ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΑΜΜΩΝΑ
Α΄. Ἕνας ἀδελφός παρακάλεσε τόν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ: «Δῶσε μου μιά συμβουλή». Καί ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Νά συλλογίζεσαι, ὅπως οἱ φυλακισμένοι κακοῦργοι. Ἐκεῖνοι διαρκῶς ἐρωτοῦν: Ποῦ
εἶναι ὁ ἡγεμόνας καί πότε θά ἔλθη ἐδῶ; Καί ἀπό τήν ἀγωνία κλαῖνε. Μέ
τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ μοναχός ὀφείλει διαρκῶς νά προσέχη, νά ἐλέγχη τήν
ψυχή του καί νά λέει: Ἀλλοίμονό μου! Πῶς θά παρουσιασθῶ στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ καί τί ἀπολογία θά δώσω; Ἔτσι ἐάν σκέπτεσαι πάντοτε, μπορεῖς νά σωθῆς».
Β΄). Διηγοῦνται ὅτι ὁ ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς σκότωσε ἀκόμη καί
βασιλίσκο. Καθώς πήγαινε στήν ἔρημο γιά ν᾿ ἀντλήση νερό ἀπό ἕνα πηγάδι,
συνάντησε τό φαρμακερό φίδι. Ἔπεσε μέ τό πρόσωπο στήν γῆ καί εἶπε:
«Κύριε, ἤ ἐγώ θά πεθάνω ἤ αὐτό». Ἀμέσως τότε ὁ βασιλίσκος μέ τήν δύναμι
τοῦ Χριστοῦ ἔσκασε.
Γ΄). Εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς: «Δεκατέσσερα ἔτη ἔζησα σέ
σκήτη παρακαλῶντας τόν Θεό νύκτα καί ἡμέρα νά μέ ἀξιώση νά νικήσω τήν
ὀργή».



















