ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΚΟΛΛΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΗ ΓΗ, Ο ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΩΝ ΔΕΝ ΘΡΟΕΙΤΑΙ. ΚΑΙ ΑΝ ΑΔΙΚΗΘΕΙ ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΑ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΤΙ ΑΔΙΚΗΘΗΚΕ ΑΛΛΑ ΒΑΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ(ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ- ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ)

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

«Τά παρόντα εἶναι μάταια καί πρόσκαιρα»,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Συνεχίζουμε καί σήμερα μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά μιλᾶμε γιά τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου. Ἕνας κατάλληλος τίτλος γιά τήν σημερινή ὁμιλία θά ἦταν αὐτό πού λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στό Συμβουλευτικό του Ἐγχειρίδιο: «Τά παρόντα εἶναι μάταια καί πρόσκαιρα». Ἴσως ἔχετε ἀκούσει τήν φράση «ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2), πού εἶναι γραμμένη στήν Παλαιά Διαθήκη στόν Ἐκκλησιαστή, στό βιβλίο πού ἔχει γράψει ὁ σοφός Σολομών. Βεβαίως μετά οἱ Πατέρες τό ἀξιοποιοῦν, τό σχολιάζουν καί μᾶς ἔχουν ἀφήσει ὡραῖα διδάγματα.
Μιλούσαμε λοιπόν τήν προηγούμενη φορά γιά τήν πολυτέλεια τῶν ἐνδυμάτων, τήν προσοχή πού πρέπει κανείς νά ἔχει στήν αἴσθηση τῆς ἁφῆς καί γενικῶς γιά ὅλη αὐτήν τήν ματαιότητα πού ὑπάρχει στήν χρήση τῶν ἀγαθῶν. Μποροῦμε νά σκεπαστοῦμε γιά παράδειγμα μέ ἁπλά ροῦχα, ἀλλά ἐμεῖς προτιμᾶμε τά πολύτιμα ἤ ἐπιλέγουμε νά μεταφερθοῦμε μέ πολυτελή αὐτοκίνητα κ.λ.π.

Ἐδῶ ὁ Ἅγιος παρακαλεῖ τόν Ἐπίσκοπο στόν ὁποῖο στέλνει αὐτό τό μεγάλο γράμμα, οὐσιαστικά ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο καί τοῦ λέει : «Ἄφησε, ἀδελφέ μου, αὐτήν τήν ματαιότητα. Θυμήσου ὅτι κατά τόν Ἀπόστολο παρέρχεται ἡ μορφή αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί αὐτοί πού ἀσχολοῦνται μέ τόν κόσμο αὐτόν νά εἶναι σάν νά μήν ἀσχολοῦνται. Καί ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι πρόσκαιρα καί ὅσα δέν βλέπουμε ἐκεῖνα εἶναι τά αἰώνια. Γιατί ἔρχεται θάνατος καί θάνατος μάλιστα ἄδηλος καί ἀπρόσμενος. Καί μετά τόν θάνατο ἔρχεται ἡ κρίση, κρίση ἀπόλυτη. Καί μετά τήν Κρίση ἔρχεται ἡ κόλαση, κόλαση ἀτέλειωτη. Ὅταν ἔρχεται ὁ θάνατος, τότε παρέρχεται καί ἡ νεότητα, ἡ πολυτέλεια τῶν ἐνδυμάτων καί ὅλα τά τερπνά αὐτοῦ τοῦ αἰῶνα στό τέλος ἀφανίζονται».

Ὀ θάνατος εἶναι μεγάλη εὐλογία τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Δέν εἶναι κάτι κακό ὅπως τό θεωροῦν πολλοί. Ὁ Θεός μέσω τοῦ θανάτου βάζει ἕνα τέλος στήν κακία τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶναι καλοί, ὁ θάνατος εἶναι πάλι εὐλογία, γιατί μπαίνουν στήν ἀναμαρτησία, στήν ἀκινδυνότητα. Πλέον εἶναι ἀσφαλής ὁ ἄνθρωπος, γιατί μετά θάνατον παγιώνεται. Ἄν εἶναι ἀγαθός, εἶναι παγιωμένος στό ἀγαθό. Ἄν πάλι εἶναι κακός, σταματάει στήν κακία ἐκεῖ πού εἶναι, δέν προχωράει παρακάτω, τό ὁποῖο πάλι εἶναι καλό.
Ὁ θάνατος εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού φανερώνει τήν ματαιότητα σέ ὅλα τά πράγματα. Ὅταν σκέφτεται κανείς τόν θάνατο, μπορεῖ εὔκολα νά ξεφύγει ἀπό αὐτήν τήν ματαιότητα στήν ὁποία δουλεύουμε δυστυχῶς σέ ὅλα σχεδόν τά πράγματα: στήν κενοδοξία, στήν ἀνθραπαρέσκεια, στό τί θά μᾶς πεῖ ὁ ἄλλος, πῶς θά μᾶς κοιτάξει, πῶς θά φερθοῦμε γιά νά ἀρέσουμε, τί θά φορέσουμε, στό πῶς δέν θά μᾶς θίξουν. Θά συνειδητοποιήσει κανείς, σκεπτόμενος τόν θάνατο, ὅλα αὐτά μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται καί κατατρίβεται πόσο μάταια πράγματα εἶναι. Κι ἐνῶ χάνει τήν χαρά του μέ ὅλα αὐτά, ξαφνικά παθαίνει μία ἀνακοπή ἤ ἕνα ἐγκεφαλικό καί φεύγει ἀπό αὐτήν τήν ζωή, γεγονότα τά ὁποῖα συναντοῦμε καθημερινά.
Ἀληθινά λοιπόν σοφός εἶναι αὐτός πού μελετάει τόν θάνατο. Οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγαν: «Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἡ τέχνη τοῦ θανάτου». Ὅταν μελετάει κανείς καί σκέφτεται τόν θάνατο, τοποθετεῖται μπροστά σέ ὅλη αὐτήν τήν ματαιότητα. Ἀλλά ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι δέν σκέφτονται τόν θάνατο, στεναχωριοῦνται καί ὑποφέρουν μέ πράγματα πού δέν ἀξίζει, γιατί νά εἶμαι ἔτσι καί τί νά φορέσω καί πῶς μέ βλέπουν κ.λ.π. ἐξαιτίας ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ὑποδούλωσης στή ματαιότητα, στήν γνώμη τῶν ἄλλων, στήν μόδα, στά κοινωνικά στερεότυπα, πού τά ἔχουμε υἱοθετήσει ἀπό μικροί χωρίς νά ξέρουμε γιατί τά ἀκολουθοῦμε. Ὅλα αὐτά εἶναι κούφια πράγματα.
Ἄν ὅμως κανείς ἔβλεπε κατάματα τόν θάνατο καί τό ἐνδεχόμενο ὅτι ἀνά πᾶσα στιγμή μπορεῖ νά φύγει, θά τά ἔβλεπε ὅλα διαφορετικά καί θά κοιτοῦσε αὐτό πού ὑπάρχει μετά θάνατον, τό μή μάταιο. Ὅσα ὑπάρχουν πρίν τόν θάνατο εἶναι μάταια. Αὐτό πού ὑπάρχει μετά θάνατον καί δέν εἶναι μάταιο εἶναι ἡ ψυχή. Ἄν κάποιος θέλει νά προσέξει κάτι, νά τό ὀμορφύνει, νά τό καλλωπίσει καί νά τό καταστήσει ὑγιές, αὐτό εἶναι ἡ ψυχή. Τό σῶμα καί ὅλα αὐτά τά ὑλικά γιά τά ὁποῖα πάσχουμε καί μερικές φορές χωριζόμαστε καί μεταξύ μας εἶναι μέχρι τόν θάνατο. Μετά θάνατον δέν θά τά ἔχουμε.
Ἔρχεται ἡ Κρίση καί αὐτό πού πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι, τί ἀπολογία θά δώσουμε. Γι’ αὐτό βλέπετε ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία μᾶς βάζει συνέχεια νά σκεφτόμαστε καί νά παρακαλᾶμε τόν Θεό νά μᾶς δίνει καλή ἀπολογία στήν φοβερά ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
Ἕνας μοναχός βρισκόταν στό κελλί του καί ὅπως κοιτοῦσε τούς τοίχους τοῦ κελλιοῦ, εἶδε γραμμένο ἕνα στιχάκι, τό ὁποῖο εἶχε γράψει κάποιος ἀπό τούς μοναχούς πού βρίσκονταν ἐκεῖ πρίν ἀπό αὐτόν. Εἶχε γράψει: «Αὐτό τό κελλίον σήμερα εἶναι δικό μου, πρίν ἦταν κάποιου ἄλλου καί αὔριο θα εἶναι κάποιου ἄλλου». Μέ αὐτήν τήν σκέψη θυμόταν τόν θάνατο καί ἐλεεινολογώντας τόν ἑαυτό τοῦ προσπαθοῦσε νά ἀξιοποιεῖ σωστά τόν χρόνο του. Δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι σήμερα ὄχι μόνο χάνουν τόν χρόνο τους, ἀλλά τόν χρησιμοποιοῦν καί γιά ζημία ἀντί νά τόν χρησιμοποιοῦν γιά ὠφέλεια τῆς ψυχῆς καί γιά μετάνοια. Ὁ χρόνος ἀκριβῶς γι’ αὐτό μᾶς ἔχει δοθεῖ. Εἶναι τό πιό πολύτιμο ἀγαθό ἀπό τά γήινα ἀγαθά πού μᾶς ἔχει δώσει ὁ Ἀγαθός Κύριος καί εἶναι ἠ προθεσμία γιά νά μετανοήσει κανείς, νά ἑτοιμαστεῖ καί νά ἔχει καλή ἀπολογία τήν φοβερά ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
Ὅταν ἔρθει ό θάνατος, ὅλα τά τερπνά τοῦ αἰῶνος τούτου, ἀφανίζονται. Συνεχίζει τό γράμμα ὁ Ἅγιος λέγοντας στόν Ἐπίσκοπο: «Ποῦ εἶναι οἱ προκάτοχοί σου;» Ποῦ εἶναι ὅλοι ὅσοι πέρασαν πρίν ἀπό σένα; Ποῦ εἶναι τόσοι Ἐπίσκοποι, τόσοι Ἱεράρχες; Ποιός τούς θυμᾶται; Ὅταν ὅμως ζοῦσαν μέσα στήν δόξα τους, ὅλοι τούς τιμοῦσαν. Ὅλα αὐτά τά χρυσάφια, οἱ μεγάλοι Σταυροί, οἱ μίτρες καί ὅλα τά ὑπόλοιπα πού τούς συνόδευαν, δέν τούς βοήθησαν πουθενά. Βεβαίως ἡ Ἐκκλησία τά χρησιμοποιεῖ ὅλα αὐτά γιατί ἔχουν τό νόημά τους. Ὁ Ἀρχιερέας εἶναι «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, ἐν δόξει», ὅπως εἶναι ὀ Χριστός στήν δόξα Του. Γι’ αὐτό φοράει ὅλα αὐτά τά πολύτιμα ἄμφια.
«Ποῦ εἶναι οἱ προκάτοχοι αὐτῶν;». Αὐτοί πού ἦταν πρίν ἀπό σένα καί αὐτοί πού ἦταν πρίν ἀπό αὐτούς; «Δέν εἶχαν κι αὐτοί τίς ἴδιες φαντασίες καί ἔπειτα, ἀφοῦ περιέπαιξαν αὐτήν τήν μικρή σκηνή τοῦ βίου καί αὐτήν τήν μάταιη δόξα, τώρα καί αὐτοί, ἀφοῦ ἐμπαίχθηκαν ἀπό αὐτήν, εἶναι ἤδη χῶμα καί λεπτή σκόνη καί γῆ λησμονημένη, σύμφωνα μέ τόν Δαβίδ;». Εἶναι σάν νά τοῦ λέει πώς ἡ ζωή ἐδῶ εἶναι ἕνα θέατρο καί ὅτι ἔπαιξαν κι αὐτοί τόν ρόλο τους καί ἔφυγαν. Εἶναι μία ματαιοπανήγυρις, ὅπως ἔλεγε κάποιος. Τώρα ὅλοι αὐτοί εἶναι σκόνη καί χῶμα καί μάλιστα λησμονημένο, ἀφοῦ οὔτε κἄν τούς θυμοῦνται.
«Τί λοιπόν; Δέν θά τούς ἀκολουθήσεις μετά ἀπό λίγο κι ἐσύ;». Τόν προσγειώνει κάπως. «Δέν θά καταλήξεις στό καταγώγιο τοῦ τάφου, ἀφοῦ πορευτεῖς στόν ἴδιο δρόμο; Γιατί ὁδός εἶναι αὐτός ὁ βίος, σύμφωνα μέ τόν Δαβίδ καί τόν Μέγα Βασίλειο, γιά τήν ἐπίσπευση πρός τό τέλος τοῦ καθενός ἀπό αὐτούς πού ἔχουν γεννηθεῖ». Ἡ ζωή αὐτή εἶναι ἡ ὁδός, ὁ δρόμος γιά τό τέρμα, δέν εἶναι τό τέρμα. Τό τέρμα εἶναι ὁ Παράδεισος, ὁ Χριστός, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως πρέπει νά φροντίσουμε, ὥστε νά μήν χάσουμε τόν δρόμο, μήν χάσουμε τήν Ἰθάκη καί μείνουμε στόν δρόμο. Νά προσέξουμε τό τέλος.
«Καί ἄκουσε αὐτόν πού λέει ̎ὅπως αὐτοί πού κοιμοῦνται μέσα στά πλοῖα, αὐτόματα ὁδηγοῦνται ἀπό τόν ἄνεμο στά λιμάνια κι ἄν ἀκόμα αὐτοί δέν τό καταλαβαίνουν, ὁ δρόμος ὅμως τούς ὁδηγεῖ πρός τό τέλος. Ἔτσι κι ἐμεῖς. Ἐνῶ ὁ δρόμος μας παρέρχεται μέ κάποια κίνηση συνεχή καί ἀσταμάτητη, κατευθυνόμαστε ὁ καθένας πρός τό δικό του τέλος μέ τό ἀναιπαίσθητο πέρασμα τῆς ζωῆς μας. Κάποιον δρόμο λοιπόν τρέχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί βιαζόμαστε νά φτάσουμε ὁ καθένας στό δικό του τέλος. Γι’ αὐτό καί βρισκόμαστε ἐν ὁδῷ. Στούς ὁδοιπόρους μόλις ὁ πρῶτος ἀφήσει τό ἴχνος τοῦ πατήματος, ἀμέσως πατάει ὁ δεύτερος καί ἔπειτα ὁ ἑπόμενος». Εἶναι σάν νά εἴμαστε σέ ἕνα πλοῖο πού ταξιδεύει καί κάποια στιγμή φτάνουμε στό τέρμα καί ξυπνᾶμε. Τό θέμα εἶναι νά ξυπνήσουμε ἐγκαίρως, πρίν φτάσει τό πλοῖο στό τέρμα, γιά νά ἔχουμε κάνει κατά τήν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ αὐτά πού πρέπει. Ἔτσι λοιπόν ἡ ζωή μας προχωράει, φεύγουν τά χρόνια καί ἀλίμονο, ἄν δέν ἔχει συνειδητοποιήσει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι ἡ ζωή του θά ἔχει κάποια στιγμή ἕνα τέλος. Θά πρέπει νά εἶναι ἕτοιμος, νά ἔχει τίς κατάλληλες ἀποσκευές, γιά νά περάσει στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἀποσκευές βέβαια εἶναι οἱ ἀρετές, ἡ μετάνοια καί ὅλα τά ἄλλα πού θέλει ὁ Θεός.
«Σκέψου μήπως καί οἱ περιστάσεις τῆς ζωῆς μας εἶναι παρόμοιες. Σήμερα ἐσύ καλλιεργεῖς τήν γῆ καί αὔριο ἄλλος». Κι ὅμως πόσες φορές σφαζόμαστε καί χωριζόμαστε γιά δυό μέτρα γῆς!
«Ἄρα λοιπόν δέν εἶναι ἡ ζωή μας δρόμος, ἐφόσον κάθε φορά ἄλλον δέχεται καί ὅλους τούς ἔχει νά ἀκολουθοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλον;». Κανείς δέν μπορεῖ νά πεῖ ὅτι εἶναι δικός του ὁ δρόμος. Περνάει ἀπό τόν δρόμο μέ τό αὐτοκίνητο καί τελείωσε. Μετά θά περάσει ἄλλος καί ἄλλος κ.ο.κ. Δέν εἶναι δικός μας ὁ δρόμος, οὔτε ἡ γῆ, οὔτε τίποτα. Εἶναι δικά μας τώρα, πρίν ἦταν κάποιου ἄλλου καί μετά θά εἶναι ἄλλου. Δέν ἀξίζει λοιπόν νά μάχεται κανείς γι’ αὐτά τά πράγματα, γι’ αὐτόν τόν ‘δρόμο’, πού στήν οὐσία δέν τοῦ ἀνήκει.
«Ἀλλά καί ὁ Σωφάρ ὁ Μιναίων στόν Ἰώβ -ἕνας ἀπό τούς συνομιλητές καί φίλους τοῦ Ἰώβ- δηλώνοντας τό ὀξύμωρο τῶν ἀνθρώπων λέει: Ὅταν νομίζει ὅτι ἔχει στηριχθεῖ ἀκλόνητα ὁ ἄνθρωπος, τότε θά χαθεῖ ὁριστικά καί αὐτοί πού τόν γνώριζαν θά ποῦν ποῦ εἶναι; Πέταξε σάν ὄνειρο, δέν θά βρεθεῖ πιά, πέταξε σάν φάντασμα πού χάνεται τήν νύχτα». Ἔρχεται ὁ θάνατος, τόν παίρνει καί τελειώνει. Αὐτοί ὅλοι οἱ μεγάλοι, πού τούς βλέπει κανείς στήν τηλεόραση καί τούς θαυμάζει, ξεχνιοῦνται μόλις τούς βρεῖ ὁ θάνατος.
«Αὐτά λοιπόν τά παραδείγματα καί ἡ ἴδια ἡ εὐτέλεια καί ἡ μεταβολή καί ἡ ἀκαταστασία ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, αὐτά ὅλα λέω, ἄς πείσουν τήν φρόνησή σου ἔτσι, ὥστε νά ἀπορρίψεις μία τέτοια ματαιοδοξία καί παράλογη ἐπιθυμία». Αὐτές ὅλες οἱ ἐπιθυμίες πού γεννιοῦνται ἀπό τήν ματαιοδοξία καί τήν κενοδοξία εἶναι παράλογες. Τά ὡραῖα ροῦχα, τά ἀρώματα, τά βαψίματα, οἱ καλλωπισμοί, ὅλες οἱ πολυτέλειες εἶναι μία ματαιότητα καί μία παράλογη ἐπιθυμία. Βλέπετε ἄλλοι ἄνθρωποι πού ζοῦν μέ πολύ πιό ἁπλό τρόπο ἤ ἄλλοι πού δέν ἔχουν σχεδόν τίποτα, καί αὐτοί ζοῦν, λ.χ. οἱ Βεδουίνοι, περνοῦν τόν ̔δρόμοʾ ὅπως κι ἐμεῖς καί ἴσως αὐτοί νά ἔχουν μεγαλύτερη χαρά.
«Γιατί τί ἄλλο εἶναι ὁ χρυσός, τό ἀσήμι καί οἱ πολύτιμοι λίθοι, ὅπως εἶπε κάποιος ἠθικός φιλόσοφος, παρά λαμπερά κατακάθια τῆς γῆς»! Λαμπερά κατακάθια, «τά ὁποῖα κλεισμένα καί φυλαγμένα στά θησαυροφυλάκια, κρατοῦν ἐκεῖ καί τήν καρδιά ἐκείνου πού τά φύλαξε καί κυριεύουν ἐκεῖνον πού τά κυριεύει». Ὁ μαμωνᾶς, ὁ χρυσός, ὁ ἄργυρος, τά διαμάντια, ὁ πλοῦτος δηλαδή, τελικά γίνεται κυρίαρχος καί κύριος. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός μας εἶπε ὅτι δέν μποροῦμε νά δουλεύουμε σέ δύο κυρίους καί στόν μαμωνᾶ καί στόν Χριστό. Ὁ μαμωνᾶς εἶναι ὁ Ἀντίχριστος, αὐτός πού προσπαθεῖ νά ἁρπάξει τήν ἐξουσία ἀπό τόν Θεό. Βλέπετε πῶς σήμερα οἰ ἄνθρωποι προσκυνᾶνε τόν μαμωνᾶ κάνοντας τά πάντα γιά τά λεφτά. Ἔχει γίνει κύριός τους ὁ θησαυρός τους. Ὁ Χριστός μας εἶπε ὅτι: «ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ εἶναι καί ἡ καρδιά σας» (Ματθ. 6,21). Ἄν λοιπόν ὁ θησαυρός μας εἶναι στίς τράπεζες καί ἠ καρδιά μας θά εἶναι ἐκεῖ. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι κοντεύουν νά πάθουν «καρδιακά», γιατί οἱ τράπεζες διαλύονται.
Ἐρ. : ……………….
Ἀπ. : Ἡ Ἀποκάλυψη ἀναφέρει ὅτι τελικά θά ἔρθει καί τό σφράγισμα καί ὁ ἀντίχριστος καί τό χάραγμα καί ἡ μεγάλη δυστυχία καί τά μεγάλα δεινά. Εἶναι ἀναπόφευκτο. Ὅλα θά γίνουν κάποια στιγμή. Τώρα ἄν εἴμαστε σ’ αὐτά… Σίγουρα εἴμαστε σέ κάποιο στάδιο.
Ἐρ. : Ὁ κάθε ἄνθρωπος δέν ζεῖ ἀπό τώρα τόν δικό του Παράδεισο καί τήν δική του κόλαση; Πρέπει νά ἔρθουν ὅλα αὐτά;
Ἀπ. : Ὄχι, ὁ καθένας πρέπει νά εἶναι ἕτοιμος ἀνά πᾶσα στιγμή. Τό πρόβλημα δέν εἶναι ἄν θά ζήσουμε στά χρόνια τοῦ Ἀντιχρίστου, ἀλλά ἄν θά εἴμαστε μέ τόν Χριστό. «Καί νῦν πολλοί ἀντίχριστοι γεγόνασιν», (Α΄Ἰω. 2,18) λέει ὀ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Καί τώρα ὑπάρχουν πολλοί ἀντίχριστοι. Πότε τώρα; Ἀπό τά χρόνια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, δηλαδή ἀπό τήν ἀρχή πού μίλησε ὁ Χριστός μας, ἐκτός ἀπό τούς Χριστιανούς, ὑπῆρχαν καί πολλοί ἀντίχριστοι. Καί μέχρι σήμερα ὐπάρχουν. Κάθε στιγμή ἀνάλογα μέ τίς ἐπιλογές πού κάνουμε, δίνουμε ὁμολογία πίστεως μέ τήν ζωή μας καί τίς ἐπιλογές μας, ἄν εἴμαστε μέ τόν Χριστό ἤ μέ τόν ἀντίχριστο. Ἄν κάνουμε ὑπακοή, σέ ποιόν κάνουμε ὑπακοή, ποῦ ἔχουμε δηλαδή τόν νοῦ μας.
Ἐρ. : ………….……
Ἀπ. : Βέβαια καί ἡ σιμωνία. Σιμωνία εἶναι νά δίνεις χρήματα γιά νά γίνεις Ἐπίσκοπος. Ὑπῆρχε κι αὐτό. Πάλι εἶναι δουλεία στήν ματαιοδοξία, ἀφοῦ ὁ ἄλλος βλέπει τό ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου σάν κοσμική δόξα καί ὄχι σάν διακονία στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶναι στήν πραγματικότητα. Ὑπῆρχε καί στό Βυζάντιο. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν ἔκανε μία περιοδεία καθήρεσε ἀρκετούς ἀπό αὐτούς.
Ἐρ. : Στόν οὐρανό ἐπάνω θά ἔχει Ἐπισκόπους ὅπως κι ἐδῶ;
Ἀπ. : Βέβαια θά ἔχει. Ὁ Ἐπίσκοπος ὅμως εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ἀρχιερέας. Ὅπως μᾶς λένε οἱ ἅγιοι, ὁ καθένας θά πάει κατά τήν τάξη του. Οἱ Ἀρχιερεῖς μέ τούς Ἀρχιερεῖς κ.λ.π. Φυσικά ἐκεῖ θά εἶναι ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς ὁ Χριστός. Καί τώρα εἶναι. Καί οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ Ἱερεῖς δέν εἶναι ἐξουσιαστές, ἀλλά αὐτοί πού δανείζουν τά χέρια τους καί τήν γλώσσα τους στόν Χριστό. Καί σήμερα καί τώρα καί ἐδῶ πού εἴμαστε τά μυστήρια ὁ Χριστός τά τελεῖ. Δέν τά τελεῖ οὔτε ὁ παπάς, οὔτε ὁ δεσπότης.
Ἐρ. : ..………………
Ἀπ. : Ἡ Ἀποκάλυψη λέει ὅτι στούς ἔσχατους χρόνους ὁ ἀντίχριστος θά προσπαθήσει νά κάνει τήν Ἐκκλησία – πού παρομοιάζεται μέ μία γυναίκα – ποταμοφόρητο, δηλαδή νά τήν πνίξει μέ πολύ νερό. Τό νερό εἶναι οἱ πολλοί πειρασμοί πού πνίγουν τούς Χριστιανούς. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως θά φύγει στήν ἔρημο καί θά σωθεῖ, δάν θά καταποντιστεῖ.
Ἐρ. : Τροπικά θά πᾶμε στήν ἔρημο ἤ τοπικά;
Ἀπ. : Καί τοπικά. Μπορεῖ νά πᾶμε στά βουνά.
Ἐρ. : ………………..
Ἀπ. : Βέβαια. Ὅπως ἔλεγε ἕνας παπάς θά ἔχεις τό ἀντιμήνσιο στήν τσέπη καί θά μπορεῖς νά κάνεις Λειτουργία στό δάσος. Τό ἀντιμήνσιο ἀντικαθιστᾶ τήν Ἁγία Τράπεζα.
Ἐρ. : Ἄν εἴμαστε κοντά στόν Χριστό δέν θά πρέπει νά φοβόμαστε ἤ νά ταραζόμαστε μέ ὅλα αὐτά, ἔτσι δέν εἶναι Γέροντα;
Ἀπ. : Φυσικά καί δέν ἔχουμε τίποτα νά φοβηθοῦμε. Οἱ Ἅγιοι θά ἤθελαν νά ζήσουν στά χρόνια μας, ὥστε νά δείξουν τήν ἀγάπη τους στόν Χριστό. Σέ ὅλες τίς δυσκολίες πού ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα, οἱ Ἅγιοι θά χαίρονταν πολύ καί δέν θά δείλιαζαν, ὅπως δειλιάζουμε ἐμεῖς.
Ἐρ. : Κάποτε μέ κάποιες δυσκολίες πού φοβόμουν γιά τήν κόλαση εἶχα ρωτήσει κάποιον ἐξομολόγο καί μοῦ εἶπε ὅτι ὅσους κάνουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός ἀπό τώρα τούς σφραγίζει, δέν περιμένουμε οὔτε τό σφράγισμα, οὔτε ὅλα αὐτά.
Ἀπ. : Φυσικά. Στήν Ἀποκάλυψη ἀναφέρει ὅτι πῆρε ὁ Ἄγγελος ἕνα καλάμι, γιατί τοῦ εἶπε ὁ Θεός νά τό πάρει, γιά νά μετρήσει καί νά σφραγίσει τούς δικούς Του. Πῆγε ὁ Ἄγγελος καί μέτρησε ποιοί εἶναι μέ τόν Χριστό, πού ἔχουν ὀρθή πίστη καί ὀρθή ζωή, τά δύο χαρακτηριστικά τοῦ Χριστιανοῦ. Αὐτοί ὅντως εἶναι σφραγισμένοι ἀπό τώρα. Τό Χρίσμα πού παίρνουμε εἶναι τό σφράγισμα τοῦ Χριστοῦ: «Σφραγίς δωρεᾶς, Πνεύματος Ἁγίου». Ὅλοι λοιπόν εἴμαστε σφραγισμένοι. Ὅσοι ὅμως προσκύνησαν τόν διάβολο, ἔχασαν τό Χρίσμα, δηλαδή τήν σφραγίδα, πού ἔλαβαν καί πρέπει νά τούς ξαναδοθεῖ. Τό ἴδιο θά συμβεῖ καί στούς ἐσχάτους χρόνους. Ὅταν κάποιος πάρει τήν σφραγίδα καί δέν μετανοήσει εἰλικρινά, θά εἶναι σάν ἀσφράγιστος ἀπό τόν Χριστό, ἀκόμα κι ἄν εἶναι βαφτισμένος.
Ἐρ. : Πάτερ δέν καταλαβαίνω αὐτό πού λέει στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή: «οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τήν ἐπαγγελίαν.. ἵνα μή χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι» (Ἑβρ. 11,39).
Ἀπ. : Οἱ Ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως καί ὅλοι ὅσοι ἔζησαν πρό Χριστοῦ, δέν πήγαιναν στόν Παράδεισο, ἀλλά στόν Ἅδη. Οὐσιαστικά ἦταν κι αὐτοί δέσμιοι τοῦ διαβόλου, γιατί δέν εἶχε γίνει ἠ ἀπολυτρωτική θυσία τοῦ Χριστοῦ μας, ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάσταση. Ὅταν ἦρθε ὁ Χριστός μας, τότε κι αὐτοί ἐλευθερώθηκαν, καταλύθηκε ὁ Ἅδης. Γι’ αὐτό βλέπετε στίς εἰκόνες ὅτι ὁ Χριστός στήν Ἀνάσταση παρουσιάζεται νά πατάει κατεστραμμένες πόρτες στήν κάθοδό Του στόν Ἅδη. Πῆρε φυσικά ὅλους τούς Ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτοί οἱ Ἅγιοι περίμεναν ἐμᾶς, γιά νά μήν τελειωθοῦν χωρίς ἐμᾶς. Οἱ σύγχρονοι Ἅγιοι εἶναι ἤδη κοντά στόν Χριστό, δέν πηγαίνουν στόν Ἄδη πλέον. Εἴμαστε προνομιοῦχοι!
Ἐρ. : ………………..
Ἀπ. : Τό λέει ὁ Χριστός μας: «Ἄραγε ὅταν θά ξανάρθω, θά βρῶ τήν πίστη στήν γῆ;» (Λουκ. 18,8). Γιατί τό λέει; Γιατί ὅσο προχωρᾶνε τά χρόνια ξεθωριάζει ἠ πίστη καί ἡμῶν τῶν χριστιανῶν. Ἐδῶ βλέπετε ὑπάρχουν Χριστιανοί πού διστάζουν νά κάνουν προσευχή πρίν φᾶνε. Ἀπαράδεκτο πράγμα. Γίνεται νά κάτσει κάποιος στό τραπέζι καί νά διστάζει νά κάνει προσευχή; Γιατί; Ποιόν ντρέπεται; Ἀφοῦ ὅλοι ὑποτίθεται εἴμαστε Χριστιανοί. Δέν μιλάω γιά τούς ἔξω, ἀλλά γιά τούς δικούς μας ἀνθρώπους.
Ἐρ. : Τί νά κάνουμε ὅταν ξεκινᾶς νά κάνεις τόν σταυρό σου καί οἱ ἄλλοι δέν περιμένουν κι ἔχουν ξεκινήσει νά τρῶνε;
Ἀπ. : Θά τούς φωνάξεις καί ὅποιος θέλει ἄς σταματήσει. Ὅταν κάνεις τραπέζι καί εἶσαι οἰκοδεσπότης, πού εἶσαι Χριστιανός, θά πρέπει νά πεῖς: «Ἐλᾶτε νά εὐλογήσουμε τό τραπέζι». Πολύ ἁπλά.
Ἄς συνεχίσουμε πιό κάτω: «Τί ἄλλο εἶναι οἱ περίφημοι ἔπαινοι καί τά ἐγκώμια, παρά ἀναθυμιάσεις καπνοῦ, οἱ ὁποῖες βγαίνουν ἀπό τό στόμα τοῦ λαοῦ καί διαλύονται στόν ἀέρα καί εἶναι ἀναμεμειγμένοι μέ τίς κατηγορίες τοῦ φθόνου;». Ἰδίως οἱ ἀρχιερεῖς δέχονται πολλές κολακεῖες καί ἐπαίνους, άλλά καί οἱ ἱερεῖς καί οἱ λαϊκοί ἀναμεταξύ τους. Ὅλα αὐτά, τοῦ λέει, εἶναι ἀναθυμιάσεις καπνοῦ, μολυσμένες καί μέ φθόνο, γιατί πολλές φορές αὐτός πού μᾶς ἐπαινεῖ καί μᾶς κολακεύει στό βάθος κρύβει φθόνο. Μήν γελιόμαστε. Καί οἱ Πατέρες τό λένε, ὅτι αὐτός πού μᾶς ἐπαινεῖ, στό τέλος θά μᾶς φερθεῖ ἄσχημα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν προσέχει τόν ἑαυτό του καί τήν ψυχή του καί εὔκολα κολακεύει, φθονεῖ καί εὔκολα. Ἀντίθετα ὁ πνευματικός ἄνθρωπος δέν κολακεύει, ἐπειδή ἀκριβῶς σέ ἀγαπάει. Ἄν βλέπει κάτι πού πρέπει νά στό πεῖ, γιά νά σέ βοηθήσει, θά στό πεῖ καί δέν θά λογαριάσει ἄν τόν χαρακτηρίσεις κακό. Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος δέν ἐνδιαφέρεται γιά τήν καλή γνώμη τῶν ἄλλων, γιατί ἔχει ξεπεράσει τήν κενοδοξία. Βέβαια δέν θά πεῖ αὐτό πού σκέφτεται στόν ὁποιοδήποτε, γιατί κάποιοι δέν τό ἀντέχουν. Μέσα ὅμως στήν ἀγάπη του, ἄν εἶναι νά πεῖ κάτι στόν ἄλλον, θά εἶναι κάτι πού θά τόν ὠφελήσει. Ἠ κολακεία πάντα βλάπτει. Τό λέει τό Πατερικό ὅτι ὅποιος ἐπαινεῖ μοναχό, τόν παραδίδει στόν σατανᾶ. Αὐτό συμβαίνει σέ μεγαλύτερο βαθμό ἄν ἐπαινέσεις κάποιον λαϊκό καί ὄχι μοναχό, γιατί ὁ λαϊκός ἔχει λιγότερες ἀντιστάσεις ἀπό τόν μοναχό.
Ἐρ. : Δηλαδή μέ ποιόν τρόπο τόν παραδίδει στόν σατανᾶ; Μέ τήν ὑπερηφάνεια;
Ἀπ. : Ναί, βέβαια. Τρέφεις τήν ὑπερηφάνεια στόν ἄλλον. Αὐτά τά κανακέματα, τά χάδια, τά γλυκόλογα πού λένε στά παιδιά, εἶναι ὅλα ἐγκληματικά. Τά ἀγκαλιάζουν σάν νά εἶναι ὁ Θεός πού κατέβηκε ἀπό τόν Οὐρανό καί τό παιδάκι αἰσθάνεται ὅτι εἶναι πολύ σπουδαῖο. Ἔτσι καταστρέφουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τά παιδιά μας.
Ἐρ. : Ἄν κάποιος σέ στέλνει λεκτικά στόν σατανᾶ, τί πρέπει νά κάνεις;
Ἀπ. : Ἐσύ νά τόν εὐλογήσεις, νά τοῦ πεῖς «Νά’ σαι εὐλογημένος καί νά’ σαι μέ τόν Χριστό». Ὁ Χριστός μας λέει: «Αὐτούς πού σέ καταριοῦνται, ἐσύ νά τούς εὐλογεῖς» (Ματθ. 5,4). Νά προσευχηθεῖς γι’ αὐτούς. Μήν ἀνταποδίδεις κακό, ἀλλά νά νικᾶς μέ τό καλό τό κακό. Αὐτό τό ἔλεγαν καί οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι, 400 χρόνια π.Χ.
Τί εἶναι λοιπόν οἱ ἔπαινοι; Ἀναθυμιάσεις καπνοῦ. Τί εἶναι τά χρυσάφια, τά ἀσήμια καί οἱ πολύτιμοι λίθοι; Λαμπερά κατακάθια! Ἄλλος Ἅγιος ἔλεγε ὅτι τά χρυσάφια εἶναι ὅπως τά ἄχυρα, πού μέ τό φῶς τοῦ ἥλιου λάμπουν. Ἔτσι καί τά χρυσάφια.
«Τί εἶναι τά ὑπατικά καί ἀρχιερατικά ἀξιώματα καί οἱ μεγάλες βασιλεῖες, παρά μεγάλες δουλεῖες, στίς ὁποῖες αὐτοί πού ἀνεβαίνουν μαζί μέ τήν ἀνάβαση γνωρίζουν καί τήν πτώση;». Ὅλα αὐτά τά ἀξιώματα, ἄν τά δεῖς ὡς ἀξιώματα καί ὄχι ὡς διακονία, ὅπως εἶναι τό σωστό, θά καταλάβεις ὅτι εἶναι μία ματαιότητα, ἕνα βάσανο, γιατί ὅλοι αὐτοί πού ἀνεβαίνουν, δέχονται καί ὅλες τίς ἄδικες ἤ δίκαιες βολές ἀπό κάτω. Πρέπει νά εἶναι πάρα πολύ ἐνάρετοι γιά νά ἀντέξουν χωρίς νά ἁμαρτήσουν. Γι’ αὐτό ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι: «Ἡ ἐξουσία τόν ἄνδρα δείκνυσι», δηλαδή ὅτι ἡ ἐξουσία ἀποδεικνύει ποιός εἶναι ὁ ἄνδρας. Ὅταν δεχθεῖς ὅλες τίς ἄδικες κατηγορίες, θά φανεῖ ποιός εἶσαι, ἄν εἶσαι ἐνάρετος ἤ ἄν εἶσαι ἐμπαθής. Ἄν θά θυμώσεις, ἄν θά ὑπερασπιστεῖς τόν ἑαυτό σου ἤ ἄν θά κάνεις ὑπομονή κ.λ.π.
Ἐρ. : Ἄν κάποιος ἄδικα σέ κατηγορεῖ κι ἐσύ ἁπλά παραθέσεις τά γεγονότα ὅπως ἔγιναν στήν πραγματικότητα, θεωρεῖται κι αὐτό ὑπεράσπιση τοῦ ἑαυτοῦ μας;
Ἀπ. : Γενικά μιλώντας ἰσχύει ὅτι ἄν γίνεται μόνο σέ μᾶς ἡ ἀδικία, μᾶς συμφέρει νά μήν ποῦμε τίποτα, νά μήν δικαιολογηθοῦμε. Ἄν ὅμως πιάνει καί ἄλλους ἡ ἀδικία, τότε θά μιλήσουμε γιά χάρη τῶν ἄλλων.
«Κι ἀναζητώντας ὑπέρτατες τιμές, βρίσκουν ὑπέρτατες καταστροφές» ὅλοι αὐτοί. «Τί εἶναι ἡ ἡδονή παρά μία μεταβολή ἀσυμβίβαστη μέ τήν αὐτοπειθαρχία;». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κυνηγάει τίς τιμές, ξεφεύγει ἀπό τήν αὐτοπειθαρχία.
«Τί εἶναι ἡ τόσο ποθητή ὑγεία, παρά ἕνας συγκερασμός τῶν τεσσάρων χυμῶν, ἡ ὁποία πάντα πολεμεῖται ἀπό τίς ἄλλες τέσσερες ἀντίθετες ποιότητες τῶν στοιχείων;». Τώρα μιλάει μέ τίς τότε γνώσεις τοῦ 18-19ου αἰῶνος. Λέει λοιπόν ὅτι αὐτό δέν εἶναι κάτι σπουδαῖο, ἀλλά κάτι εὔθραυστο. Ἄν ὁ Θεός δέν φροντίσει γι’ αὐτό, πολύ εὔκολα χάνεται. Ὅσο κι ἄν προσπαθήσει ὁ ἄνθρωπος, χωρίς τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μάταια εἶναι ὅσα θά κάνει. Πολλές φορές ἀπό τήν ὑπερβολική ἀγάπη καί φροντίδα τοῦ σώματος, ἀρρωσταίνουμε. Ἀντίθετα μέ τήν σκληραγωγία καί τήν νηστεία, ὠφελεῖται τό σῶμα.
«Τί ἄλλο εἶναι ἡ ζωή, παρά μία ροή ἀλλοδιαδεχομένων στιγμῶν, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μία γεννιέται ἀπό τόν θάνατο τῆς ἄλλης; Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά πεθαίνει, ὅταν ἀκριβῶς ἀρχίζει νά ζεῖ». Αὐτό εἶναι ἡ ζωή, μία ἀλληλοδιαδοχή ἀπό στιγμές, πεθαίνει ἡ μία καί γεννιέται ἡ ἄλλη. Από τήν στιγμή πού ἀρχίζεις νά ζεῖς, ἀρχίζεις καί νά πεθαίνεις. Λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος: «κάθε βῆμα σου νά θεωρεῖς ὅτι εἶναι κι ἕνα βῆμα πρόν τόν τάφο, γιά νά θυμᾶσαι τόν θάνατο». Αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότητα, κάθε στιγμή πού περνάει πᾶμε πιό κοντά στόν τάφο, στόν θάνατο. «Τέλος, τί ἄλλο εἶναι τό τόσο ὑπηρετούμενο σῶμα, παρά μεταμορφωμένος πηλός καί ἐξεταζόμενο νοσοκομεῖο, πού ἔχει περισσότερες ἀσθένειες ἀπό μέλη καί νεῦρα;». Ἕνας μεταμορφωμένος πηλός εἶναι τό σῶμα. Φεύγει ἡ ψυχή καί διαλύεται, γίνεται πηλός. Εἶναι ἐπίσης τό σῶμα μας γεμάτο ἀσθένειες.
«Τί εἶναι ὅλα τά ἐξωτερικά καί ̔χρήσιμαʾ καί λεγόμενα ̔τυχεράʾ ἀγαθά; Μάταια περισσότερο, παρά ὠφέλιμα καί περισσότερο ἐπιζήμια, παρά τίμια καί τά ὁποῖα εἶναι θεμελιωμένα μόνο στήν ὑπόληψη;». Αὐτά πού θεωρεῖ ὁ κόσμος μεγάλα καί σπουδαῖα, ἄν τά ἐξετάσει κανείς, εἶναι περισσότερο ἐπιζήμια παρά ὠφέλιμα. Σοῦ τρῶνε χρόνο, ἐνέργεια, μερικές φορές καί κομμάτι ἀπό τήν καρδιά σου γιατί ἐπενδύεις σ’ αὐτά καί ἁπλῶς ἐπειδή σέ ἔχουν μάθει ἤ ἐπειδή βλέπεις τόν κόσμο νά τά ἐκτιμάει, μπαίνεις κι ἐσύ σ’ αὐτήν τήν διαδικασία νά ἐκτιμᾶς τά μάταια.
Ἐρ. : Μέχρι πού νά φροντίζουμε γιά κάτι δηλαδή;
Ἀπ. : Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ἔχοντες διατροφάς καί σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α΄Τιμ. 6,8). Ἄν δηλαδή ἔχουμε νά φᾶμε καί νά σκεπαστοῦμε, δέν χρειάζεται νά κάνουμε κάτι παραπάνω, νά ἀναζητᾶμε πολυτέλειες. Δέν χρειάζεται νά κάνουμε μέγαρα, ἐξοχικά, νά ἔχουμε πολυτελή αὐτοκίνητα καί ροῦχα. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ πολύ εὔκολα νά ζήσει καί μάλιστα πολύ καλά. Διάβαζα σήμερα γιά ἕναν ἄνθρωπο λαϊκό, ὄχι μοναχό, ὁ ὁποῖος ζεῖ μόνος του στήν Σιβηρία, εἶναι δηλαδή ἐρημίτης. Ζεῖ ἐκεῖ σ’ ἕνα καλυβάκι πού ἔφτιαξε μόνος του μέ -400 βαθμούς Κελσίου. Εἶναι μέ τόν Χριστό καί θέλει πολύ νά γίνει μοναχός, ἐπειδή ὅμως τό θεωρεῖ κάτι πολύ μεγάλο καί σπουδαῖο, γι’ αὐτο ἀγωνίζεται ἔτσι. Πιάνει ψάρια ἀπό τό ποτάμι, τρώει φροῦτα ἀπό τό δάσος καί ζεῖ μία χαρά μέ πολύ ἁπλά πράγματα.
Ἐρ. : Πρέπει νά προστατευόμαστε γιά νά μήν ἀρρωσταίνουμε;
Ἀπ. : Πολλές φορές γινόμαστε ὑπερβολικοί καί δέν πρέπει. Δέν γίνεται νά μποῦμε σέ μία γυάλα καί νά κυκλοφοροῦμε μέ τήν γυάλα. Τά βασικά θά πρέπει νά τά κάνουμε. Γι’ αὐτό ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε λογική, ὥστε νά παίρνουμε κάποια προφυλακτικά μέτρα. Δέν πρέπει ὅμως νά εἴμαστε ὑποδουλωμένοι στό σῶμα. «Μήν τυχόν καί ἀρρωστήσω, μήν τυχόν καί πεινάσω…». Δέν πρέπει νά ἀγχωνόμαστε γι’ αὐτό πού κοροϊδεύουμε στό Ἅγιο Ὄρος καί τό λέμε «ἡ πολύτιμος ὑγεία μας». Πολλοί δέν θέλουν νά κάνουν τίποτα μήπως κουραστοῦν καί ἀρρωστήσουν.
«Τί ἄλλο εἶναι ὅλα τά σωματικά καί αἰσθητικά καί τά λεγόμενα ̔ἡδονικάʾ ἀγαθά, παρά κοινά καί γιά τά δέντρα καί γιά τά φυτά καί γιά τά ἄλογα ζῶα, τά ὁποῖα εἶναι εὐτυχέστερα στό ἑξῆς, στό ὅτι κατανοοῦν λιγότερα ὅτι πρόκειται νά τά στερηθοῦν καί εἶναι πάντα ἑνωμένα μέ τίς ἀντίθετές τους ὀδύνες;». Αὐτά τά ὑλικά ἀγαθά, οἱ τροφές, τά ροῦχα, μᾶς δίνουν μία εὐχαρίστηση, ἀλλά δέν πρέπει νά δενόμαστε μ’ αὐτά. Ὅλες αὐτές οἰ ἡδονές πού ἔρχονται εἶναι συνδεδεμένες μέ τίς ὀδύνες. Οἱ Πατέρες λένε: «κάθε ἐπιθυμία φέρνει ἡδονή καί ἡ ἡδονή μετά φέρνει πόνο». Εἶναι οἰκονομία τοῦ Θεοῦ τό γεγονός ὅτι κάθε ἐπιθυμία φέρνει πόνο, γιατί ὁ πόνος εἶναι τό ἀντίδοτο τῆς ἡδονῆς καί τήν ἐξουδετερώνει. Ὅλα αὐτά τά δηλητήρια, οἱ ἄτοπες ἡδονές πού μπῆκαν μέσα μας ἐξουδετερώνονται μέ τόν πόνο, τίς ἀρρώστιες κ.λ.π.
Ἐρ. : Ἄν εἴμαστε λαίμαργοι καί φᾶμε παραπάνω ἀπό ὅσο χρειάζεται καί μετά μᾶς πονάει τό στομάχι, εἶναι αὐτός ὁ πόνος πού ἐξουδετερώνει τήν ἡδονή;
Ἀπ. : Εἶναι κι αὐτό.
Ἐρ. : Ἑπομένως εἶναι λάθος, ὅταν οἱ γονεῖς πιέζουν τό παιδί νά φάει ὅλο τό φαγητό του, ἐνῶ τό παιδί καταλαβαίνει σέ ποιό σημεῖο χορταίνει καί πρέπει νά σταματήσει;
Ἀπ. : Βέβαια εἶναι λάθος.
Ἐρ. : Εἶχα μία γνωστή ὅταν εἶχα τήν κόρη μου μικρή. Ἡ γυναίκα αὐτή ἦταν πολύ πλούσια, ἐνῶ ἐγώ ὄχι. Ἐγώ τάιζα μέ ἁπλές τροφές τήν κόρη μου. Ἐκείνη ἔπαιρνε τά καλύτερα καί ἔλεγε «τά δικά σου μεγαλώνουν καί τά δικά μου δέν μεγαλώνουν»!
Ἀπ. : Ὁ Χριστός μας εἶπε: «οὐκ ἐπ’ ἄρτω μόνο ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένω διά στόματος Θεοῦ» (Ματθ. 4,4), δηλαδή δέν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος μόνο μέ ψωμί, ἀλλά μέ κάθε λόγο πού προέρχεται ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν προσεύχεται, τρέφεται, ὄχι μόνο πνευματικά, ἀλλά καί σωματικά. Καί ὄχι μόνο τρέφεται ὁ ἴδιος, ἀλλά τρέφει καί ὅλη τήν κτίση. Θυμᾶμαι μία γιαγιά στό χωριό μου, πού ἀγαποῦσε τήν προσευχή καί ἦταν ἀσκήτρια. Αὐτή εἶχε μία κληματαριά στό σπίτι της μπροστά, πού ποτέ δέν τήν περιποιόταν. Αὐτή ἡ κληματαριά κάθε χρόνο ἔβγαζε σταφύλια ἐξαιτίας τῆς προσευχῆς τῆς γιαγιᾶς.
Ἐρ. : Πῶς μποροῦσε νά ξεχωρίσει ὅτι δέν χρειαζόταν νά τό φροντίσει; Πῶς τό καταλαβαίνουμε αὐτό;
Ἀπ. : Ἄν φτάσουμε στά μέτρα τῆς γιαγιᾶς αὐτῆς, τό καταλαβαίνουμε. Εἶχε τέτοια πίστη. Κάθε ἀρετή ἔχει βαθμίδες. Ἔτσι καί ἡ πίστη ἔχει βαθμίδες. Κάποιος πού ἔχει πολλή πίστη, γιά παράδειγμα, σκέφτεται ὅτι δέν θέλει καθόλου χρήματα καί τά χαρίζει ὅλα στούς φτωχούς. Ἄλλος ὅμως πού δέν ἔχει βαθειά πίστη, ἄν δώσει τά χρήματά του σέ φτωχούς καί ἀρρωστήσει κάποια στιγμή, θά μετανιώσει πού ἔδωσε τά χρήματά του. Αὐτός ὀ ἄνθρωπος θά κλαίει καί θά ἀπελπίζεται γιατί δέν ἔχει πολλή πίστη. Ὁ πιστός ὅμως δέν θά πάει κἄν στό νοσοκομεῖο, θά πάει π.χ. στόν Ἅγιο Γεώργιο θά τοῦ ζητήσει νά τόν κάνει καλά, θά πιστέψει ὅτι θά εἰσακουστεῖ καί ὁ Ἅγιος θά τόν κάνει καλά. Πρέπει νά μήν εἴμαστε δίψυχοι, νά μήν διστάζουμε.
«Γι’ αὐτό καλῶς εἶπε ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ̎μήν θαυμάσεις τίποτα, τό ὁποῖο δέν παραμένει, μήν παραβλέψεις ὅ,τι μένει ̎». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος εἶναι ποιητής καί φιλόσοφος, λέει πολλά σέ λίγα λόγια. Λέει λοιπόν νά μήν θαυμάσουμε κάτι πού δέν εἶναι αἰώνιο (τροφές, σπίτια, ἀξιώματα, ροῦχα, τήν καλή, τήν κακή γνώμη τῶν ἄλλων) καί νά μήν παραβλέψουμε αὐτά πού μένουν, ὅπως ἡ ψυχή, οἱ ἐλεημοσύνες, ἡ ἀρετή, οἱ προσευχές. « ̎Μήν ἀγκαλιάσεις σφιχτά τίποτα τό ὁποῖο διαρρέει, ὅταν τό κρατᾶς ̎». Πᾶς κάτι νά κρατήσεις καί σοῦ φεύγει, ὅπως ὁ ὑδράργυρος. Μήν προσπαθοῦμε νά πιάσουμε αὐτά πού δέν μένουν λοιπόν.
«Καί κάποιος σοφός λέει: ‘‘ Ἄν εἶσαι θνητός, βέλτιστε, νά σκέφτεσαι καί σάν θνητός’’». Δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι δέν σκέφτομαστε σάν θνητοί, ἀλλά σάν ἀθάνατοι. Δέν σκέφτομαστε ὅτι κάποτε θά πεθάνουμε, ἀλλά κάνουμε συνέχεια σχέδια σάν νά ἔχουμε ἐξασφαλισμένη τήν ζωή μας. Δέν τήν ἔχουμε ὅμως. Ἄν ὅμως κάποιος σκέφτεται σάν θνητός, σάν νά μήν ἔχει τήν αὐριανή μέρα, ἀλλά μόνο αὐτήν τήν νύχτα, τότε θά ἄλλαζε ὅλη ἡ ζωή του. Τότε θά ἦταν πολύ προσεχτικός καί θά προσπαθοῦσε νά κάνει ὅλα ὅσα ὁρίζει ὁ Θεός. Ἄν νιώθαμε ὅτι εἶναι κάθε μέρα ἠ τελευταία μας, θά ἤμασταν πολύ προσεκτικοί μήν τυχόν καί στενοχωρήσουμε τόν Θεό. Ἄν ἤμασταν αἰχμάλωτοι καί μᾶς ἔλεγαν ὅτι τό βράδυ θά μᾶς ἐκτελέσουν, τί πιστεύετε ὅτι θά κάναμε τήν τελευταία μας ἐκείνη μέρα; Σίγουρα θά κάναμε μόνο προσευχή! Γι’ αὐτό στά μοναστήρια ἔχουν ἀνοίξει τούς τάφους τους καί ἔχουν καί τό σάβανό τους στό κομοδίνο δίπλα ἐκεῖ πού κοιμοῦνται γιά νά θυμοῦνται τόν θάνατο.
Ἐρ. : Μπορεῖ κάποιες φορές νά σκεφτῶ ὅτι θά πεθάνω σήμερα, ἀλλά δέν ἔχω καταφέρει ἀκόμα νά ἔχω εἰλικρινή μετάνοια, νά τό νιώσω αὐτό. Πῶς γίνεται νά τό κάνω βίωμα;
Ἀπ. : Πρέπει νά τό κάνουμε ἔργο. Εἶναι ἔργο κι αὐτό, πνευματική ἐργασία. Εἶναι ἡ ἀρετή τῆς μνήμης τοῦ θανάτου. Ὅπως ὅμως γιά νά πετύχεις τήν ἀρετή τῆς ταπείνωσης πρέπει νά κουραστεῖς, γιατί δέν εἶναι καθόλου εὔκολο, ἔτσι καί γιά νά πετύχεις τήν ἀρετή τῆς μνήμης τοῦ θανάτου. Κάθε στιγμή νά θυμόμαστε τόν θάνατο καί δέν θά ἁμαρτήσουμε. Παίζουν ρόλο ὅμως καί τά ἐξωτερικά. Μπορεῖ νά λέμε ὅτι πρέπει νά ἔχουμε τόν νοῦ μας ἐκεῖ, στόν θάνατο, ἀλλά κάτι γίνεται καί φεύγει ὁ νοῦς μας. Ἄρα, ἄν ἔχουμε καί κάτι ἐξωτερικό νά μᾶς τό θυμίζει, θά τά καταφέρουμε.
Ἐρ. : Τί εἶναι καλύτερο; Νά ἔχουμε τήν μνήμη τοῦ θανάτου καί νά μήν κάνουμε κάτι κακό ἤ νά μήν τό κάνουμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ;
Ἀπ. : Εἶναι πολύ καλύτερο νά μήν κάνουμε ἁμαρτίες γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ θανάτου καί τῆς κόλασης εἶναι ἕνα κατώτερο κίνητρο. Τό ἀνώτερο κίνητρο εἶναι ἡ ἀγάπη στόν Θεό. Ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος: «νά μήν πᾶμε στήν κόλαση, γιά νά μήν μᾶς βλέπει ὁ Χριστός μας, πού ἔκανε τόσα γιά μᾶς καί στενοχωριέται».
Ἐρ. : Ὑπάρχει καί ἄλλος τρόπος. Ἄν βάλεις τόν ἑαυτό σου στήν διαδικασία νά παρακαλᾶς κάθε μέρα νά πεθαίνουν κομμάτια τοῦ ἑαυτοῦ σου πού διαπιστώνεις ὅτι εἶναι κακά…
Μου φαίνεται ὅτι εἶναι θέμα χρόνου ὅμως, γιατί πρῶτα ἔρχεται τό κακό. Ἄν ἀνάψει ἡ φλόγα τοῦ κακοῦ μέσα σου, πῶς θά σοῦ ἔρθει μετά τό καλό, ἀφοῦ τό κακό ἤδη ἔχει τό προβάδισμα;
Ἀπ. : Εἶναι θέμα ἄσκησης. Οἱ Ἅγιοι τό εἶχαν σάν συνήθεια κάθε βράδυ νά θυμοῦνται τόν θάνατο. Ἔκαναν προσευχή καί μετά θυμόντουσαν τόν θάνατο, τήν κόλαση καί τήν κρίση. Ἦταν σάν ἕνα κομμάτι τοῦ κανόνα τους. Ἄν τό κάνει κανείς αὐτό κάθε μέρα, μετά σοῦ ἔρχεται εὔκολα ἡ μνήμη αὐτή.
Ἐρ. : Τί γίνεται ὄταν κάθε μέρα σκέφτεσαι τόν θάνατο, ἀλλά πιάνεις τόν ἑαυτό σου νά κάνει πάρα πολλά καθημερινά λάθη;
Ἀπ. : Αὐτό εἶναι ἀφορμή γιά νά ταπεινωθοῦμε καί νά καταλάβουμε πόση ἐργασία πρέπει νά κάνουμε στόν ἑαυτό μας. Πρέπει νά ἀφεθοῦμε στόν Χριστό, ἀφοῦ παραδεχτοῦμε πώς ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα μόνοι μας καί ζητώντας τήν βοήθειά Του. Πολλές φορές ζητᾶμε ὅμως ἀπό τόν Χριστό νά κάνει τό θέλημά Του, ἀλλά στήν πράξη ὅταν ἔρχεται νά μᾶς βοηθήσει, δέν Τόν δεχόμαστε. Ξέρετε πῶς ἔρχεται ὁ Χριστός μας νά μᾶς βοηθήσει; Μέ τό νά στείλει κάποιον νά μᾶς συκοφαντήσει. Αὐτός πού μᾶς συκοφαντεῖ εἶναι ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἔχει λίγη πνευματική γνώση, θά τόν ἀγκαλιάσει τόν συκοφάντη του. Θά τόν δεῖ ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ, ὡς εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὡς τόν γιατρό πού τοῦ ἔστειλε ὁ Χριστός γιά νά τόν χειρουργήσει, νά τοῦ βγάλει τόν καρκίνο πού εἶναι ὁ ἐγωισμός, ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ κενοδοξία. Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος δέν θά προσπαθήσει νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἑαυτό του ἤ νά ἀποφὐγει ἐκεῖνον, γιατί τόν ἔθιξε καί τοῦ καταρράκωσε τήν ἀξιοπρέπεια καί τήν προσωπικότητα. Ἀντίθετα, θά τόν δεχτεῖ μέ πολλή χαρά, γιατί εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς, εἶναι ὁ «θερμοκαυτήρας» τοῦ Ἰησοῦ, τό ἰατρικό ἐργαλεῖο πού θά κάψει τούς καρκίνους πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος.
Ἐρ. : Πολλές φορές δέν τό βλέπουμε, γιατί ἔχουμε στόν νοῦ μας τό δικό μας θέλημα. Περιμένουμε νά μᾶς δώσει ὁ Θεός αὐτό πού θέλουμε νά κάνουμε καί ἄς ξέρουμε ὅτι εἶναι τό κακό. Τότε ἔρχεται καί ἕνας ἄνθρωπος καί δεύτερος καί τρίτος, μᾶς λένε τί νά κάνουμε καί ἐμεῖς δέν ἀκοῦμε.
Ἀπ. : Ἀκριβῶς. Ὁ Χριστός μᾶς βοηθάει καί μέ ἄλλον τρόπο. Μᾶς βοηθάει μέ αὐτά πού ἔχουμε στήν Ἐκκλησία, γιά παράδειγμα μέ τήν νηστεία κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή. Σκέφτονται μερικοί δέν πειράζει νά μήν κάνουμε νηστεία καί τρῶνε. Ἔτσι ὅμως διώχνουν τόν Χριστό. Ἀπό τήν μία λέμε: «Χριστέ μου ἄς γἰνει αὐτό πού θέλεις», ἀλλά δέν Τόν ἀφήνουμε νά κάνει αὐτό πού θέλει. Σοῦ λέει μία κουβέντα ὁ Πνευματικός, ἀλλά ἐσύ σκέφτεσαι ὅτι εἶναι ὑπερβολικά ὅσα σοῦ εἶπε ὁ παπα- Σάββας νά κάνεις καί τά ἀφήνεις στήν ἄκρη μέ τήν δικαιολογία ὅτι δέν μπορεῖς νά τά κάνεις. Ἔτσι ὅμως δέν διώχνεις τόν Πνευματικό σου, ἀλλά τόν Χριστό. Γι’ αὐτό χρειάζεται νά ἔχουμε αὐτήν τήν ἀκρίβεια καί νά τηροῦμε ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Θά πεῖς: «Μά ὁ Χριστός εἶναι πολύ ἀπόλυτος. Τί εἶναι αὐτό πού λέει ὅτι ‘’ἄν δέν τηρήσετε τήν μία ἐντολή, εἶναι σάν νά μήν τηρήσατε καμμία’’ (Ἰακ. 2,10); Αὐτό εἶναι πολύ σκληρό, δέν μποροῦμε νά κάνουμε καμία ἔκπτωση; Δέν γίνεται νά τηρήσουμε τό 90%; Δέν εἶναι αὐτό ἀρκετό;». Δέν εἶναι ἀρκετό. Οὔτε τό 99% δέν φτάνει ἄν τηρήσουμε. Μόνο ἄν τηρήσουμε τό 100%, τότε τά κάνουμε ὅλα. Ἀλλιῶς καί 1% νά μήν κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι σάν νά μήν ἔκανε τίποτα. Μετά διαφράφονται καί τα 99. Θά πεῖς ὅτι αὐτό εἶναι πολύ σκληρό. Εἶναι σκληρό γιά τά κοσμικά μέτρα, γιά τά μέτρα τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι. Ὁ Χριστός εἶναι πάντα ὁλόκληρος, δέν μπορεῖς νά πάρεις ἕνα κομμάτι τοῦ Χριστοῦ καί νά φύγεις. Δέν γίνεται νά κόψεις τόν Χριστό στήν μέση, γιατί ἄν τό κάνεις εἶσαι φονιάς, δέν εἶσαι πλέον μέ τό μέρος τοῦ Χριστοῦ.
Ἐρ. : Ὁ ἄνθρωπος πού ζοῦσε ἀμελῶς, ἀλλά ἔλεγε ὅτι δέν ἔκρινε κανένα καί ἔτσι οὔτε ὁ Θεός θά τόν κρίνει;
Ἀπ. : Ξέρετε τί δύσκολο εἶναι νά μήν κρίνεις; Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔλεγε μέν ὅτι δέν ἔκανε τίποτα, ἀλλά οὐσιαστικά τά ἔκανε ὅλα. Γιατί, ἄν τηρήσεις μία ἐντολή τέλεια, τίς τηρεῖς ὅλες. Ἐκεῖνος στόχευσε στήν μία ἐντολή, ἀλλά τήν ἔφτασε στήν τελειότητα, δέν κατέκρινε. Ξέρετε πῶς γίνεται ἡ κατάκριση; Ἡ κατάκριση δέν γίνεται μόνο μέ τά λόγια, ἀλλά καί μέ τήν σκέψη, τήν ἐσωτερική διάθεση τῆς καρδιᾶς, μέ τά συναισθήματα, γίνεται καί μέ τό σῶμα ἀκόμα, τό πῶς θά κινήσεις τά χέρια, τά πόδια σου, πῶς θά κοιτάξεις τόν ἄλλον. Γίνεται μέ ὅλα. Τελικά αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν ζοῦσε ἀμελῶς, γιατί κατάφερε νά τηρήσει αὐτήν τήν μία ἐντολή πού τά ἔχει ὅλα μέσα. Γι’ αὐτό καί αὐτά πού θεωροῦμε μικρά καί πολλές φορές τά κάνουμε τυπικά, ὑπερκαλύπτονται ἀπό τήν ἀγάπη. Ἀς ποῦμε αὐτός ὁ ἄνθρωπος πού ἀναφέραμε ὅτι ζεῖ στήν Σιβηρία, ἄν καί πηγαίνει μία φορά τόν χρόνο νά κοινωνήσει, ὅμως τά κάνει ὅλα, γιατί κάνει τήν προσευχή, εἶναι δοσμένος στόν Θεό, ἔχει δώσει τήν ψυχή καί τήν καρδιά του στόν Θεό, ἔχει τήν εὐλογία ἀπό τόν Πνευματικό του κ.λ.π. Δέν εἶναι ὅτι ἔχει κόψει κάποιες ἐντολές καί δέν τίς τηρεῖ. Τά τηρεῖ ὅλα.
Ἐρ. : Πάτερ, πῶς ἀντέχει χωρίς τήν Ἐκκλησία; Ἐμεῖς χρειαζόμαστε τήν Ἐκκλησία γιά νά νιώθουμε κοντά στόν Θεό.
Ἀπ. : Ξέρει ὁ Θεός. Ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία πῶς ἄντεξε 49 χρόνια καί κοινωνοῦσε ὄχι μόνο πνευματικά τόν Θεό, ἀλλά εἶχε φτάσει καί στήν θέωση; Ἄν διαβάσετε τόν βίο της, θά δεῖτε ὅτι ἔπεφτε κάτω μέ τό πρόσωπό της καί ἔκλαιγε γιά 24 ὧρες. Ἀπό τούς πειρασμούς πού τῆς ἔβαζε ὁ διάβολος, μετά ἀναγκαζόταν νά κάνει πάρα πολλή προσευχή. Ὅταν τελείωνε τό κλάμα της, ἦταν μέσα στό Ἄκτιστο Φῶς. Ὅταν βλέπει ὁ ἄνθρωπος τό Ἄκτιστο Φῶς εἶναι σέ κατάσταση θέωσης. Τότε εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Θεό.
Ἐρ. : Ὅσο ἀκοῦμε τόν Πνευματικό μας, τόσο καλά μας πηγαίνουν τά πράγματα. Ἄν μας λέει κάτι καί δέν τόν ἀκούσουμε, δυσκολεύουμε μόνοι μας τήν ζωή μας. Ὅταν κάποιος ἀκούει καί τηρεῖ με χαρά καί προθυμία ὅτι του λέει ὁ Πνευματικός του, βοηθιέται πλήρως.
Ἀπ. : Βέβαια. Καί μάλιστα πρέπει νά κάνουμε ὑπακοή ἀκόμα καί σ’ αὐτά πού μᾶς φαίνονται παράλογα. Ὅπως ἔκαναν οἱ Ἀπόστολοι στήν φαινομενικά παράλογη ἐντολή τοῦ Χριστοῦ πού μέρα μεσημέρι τούς εἶπε νά πᾶνε στή λίμνη νά ψαρέψουν, ἐνῶ τήν προηγούμενη νύχτα δέν εἶχαν πιάσει τίποτα. Αὐτό εἶναι τρελό. Εἶναι τρελό τό ὅτι τούς προέτρεπε ἕνας ἄγνωστος νά ρίξουν τά δίχτυα τους ἐκεῖ πού τήν νύχτα δέν ἔπιασαν τίποτα καί ἐνῶ ξέρουμε ὅτι τά ψάρια πιάνονται νύχτα καί ὄχι μέρα. Ἔκαναν ὑπακοή στό φαινομενικά παράλογο. «Ἐπί τῷ ρήματί σου χαλάσω τό δίκτυον» (Λουκ. 5,5).
Ἐρ. : Πῶς νά τό κάνεις χωρίς λογισμούς αὐτό; Ἐμένα πολλές φορές μέ πιάνει ἡ περιέργεια καί σκέφτομαι γιατί νά κάνω κάτι.
Ἀπ. : Εἶναι θέμα πίστεως. Ἄν ἐμπιστεύεσαι τόν Πνευματικό σου, φεύγουν οἱ λογισμοί. Κάνουμε ὑπακοή, χωρίς νά ζητᾶμε ἐξηγήσεις. Πρέπει νά ἐμπιστευόμαστε καί νά πιστεύουμε ἀκόμα καί σέ θαῦμα. Καί αὐτό μπορεῖ νά γίνει, γιατί ἡ ὑπακοή κάνει θαύματα. Μᾶς ἔρχονται λογισμοί γιατί δέν ἔχουμε στερεωθεῖ ἀκόμα στήν ἐμπιστοσύνη μας στόν Θεό καί στόν Πνευματικό. Ἀκόμα καί αὐτό ὅμως μέ προσπάθεια τό ξεπερνᾶς.
Ἐρ. : Νά μήν τό ἐντάξουμε στό πλαίσιο τῆς φιλομάθειας; Νά ξέρω γιατί νά τό κάνω;
Ἀπ. : Ἄν θέλεις νά μάθεις, κάν’το πρῶτα καί μετά ρώτα!
Νά μήν ἐγκλωβιζόμαστε λοιπόν στήν ματαιότητα. «Ἄν εἶσαι θνητός, νά σκέφτεσαι σάν θνητός». Ἀφοῦ εἴμαστε θνητοί, νά σκεφτόμαστε σάν θνητοί. Κάποιος ἄλλος λέει: «Σκιά τῆς δόξας εἶναι ἡ ἴδια ἡ δόξα. Καί κανείς πού εἶδε ζωγραφισμένο ἄρτο, ἀκόμα καί ἄν διακατέχεται 1000 φορές ἀπό πείνα, δέν τόν ἀγγίζει». Δηλαδή κι ἄν πεινάει κάποιος, δέν μπορεῖ νά φάει ἕνα ζωγραφισμένο ψωμί. «Ἀλλά ἄν θέλεις νά πάρεις δόξα, ἐμπόδισε τήν δόξα. Κι ἄν ἐπιζητεῖς τήν δόξα, θά ἐκπέσεις ἀπό τήν δόξα». Ἡ δόξα εἶναι σάν μία σκιά, ὅσο τήν κυνηγᾶς, τόσο φεύγει, ὅσο τήν ἀποφεύγεις, τόσο σέ κυνηγάει. Βλέπεις ὅτι πᾶς νά πιάσεις τήν σκιά σου καί δέν μπορεῖς. Ἄν σταματήσεις νά τήν κυνηγᾶς καί τήν ἀποφύγεις, τόσο θά σέ κυνηγήσει αὐτή. Ἀκριβῶς αὐτό γίνεται. Εἶναι ἀπό τόν βίο τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου τοῦ Φιλεότου αὐτό.
Καί ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ λέει: «αὐτός πού τρέχει πίσω ἀπό τήν τιμή, αὐτή τοῦ ξεφεύγει ἀπό μπροστά. Ἐνῶ αὐτός πού τήν ἀποφεύγει, τόν καταδιώκει ἡ τιμή καί γίνεται κήρυκας τῆς ταπείνωσής του σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους». Τόν προδίδει ἡ ταπείνωση τόν ταπεινό, ἐνῶ αὐτός πού θέλει νά φανεῖ, τελικά δέν τά καταφέρνει καί ρεζιλεύεται, τόν παίρνουν εἴδηση καί τόν κοροϊδεύουν κιόλας.
«Συλλογιζόμενος λοιπόν αὐτά, ἀδελφέ μου, σάν φρόνιμος λέγε στόν ἑαυτό σου ἐκεῖνα τά λόγια τοῦ σοφοῦ Ἰωσήφ τοῦ Βρυέννιου: ̎ψυχή πού εἶσαι ξένη πρός ὅλα αὐτά, ψυχή πού ἐξαγοράστηκες μέ τό Τίμιο Αἷμα τοῦ Ἄμωμου Ἀμνοῦ καί Ἄσπιλου Χριστοῦ, ψυχή ὑπέρ τῆς ὁποίας ἔθεσε τήν δική του ψυχή ὁ καλός ποιμένας, σήκωσε τά μάτια σου στόν Δημιουργό, στάσου ὄρθια, δές τόν Λυτρωτή, ἔχε ἐπίγνωση Ἐκείνου πού σέ καθάρισε ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀγάπησε τόν Σωτήρα, ἀπόκτησε συνείδηση ἀκατηγόρητη. Γιατί συντάσσεσαι μέ αὐτά πού δέν ὑπάρχουν ̎;». Αὐτά τά μάταια εἶναι ἀνύπαρκτα, χάνονται καί ἡ ὑγεία καί τά χρήματα καί ἡ μάταιη δόξα πού σήμερα σοῦ λένε μπράβο καί αὔριο σέ κατηγοροῦν οἱ ἴδιοι πού σέ ἐπαινοῦσαν. Βρίσκεσαι π.χ. σέ ἕνα τραπέζι καί ἐνῶ ἄκουγες ἐπαίνους, μόλις φύγεις οἱ ἴδιοι ἀρχίζουν τό κουτσομπολιό.
«Γιατί συντάσσεσαι μέ αὐτά πού δέν ὑπάρχουν; Γιατί ἐνθουσιάζεσαι μέ τά φθαρτά; Γιατί χαίρεσαι μέ τά μάταια; Γιατί ἀσχολεῖσαι μέ τά ρευστά; Γιατί σέ συναρπάζουν οἱ φαντασίες; Γιατί καμαρώνεις γιά ὅσα πρόκειται σύντομα νά ἐγκαταλείψεις καί τῶν ὁποίων τήν θέα θά στερηθεῖς εἰς τούς αἰῶνες; Ἔως πότε θά σέ ἐξαπατοῦν οἱ ὀφθαλμοί σου, τά θέλγητρα τῶν ἡδονῶν, οἱ ἄσκοπες φροντίδες, οἰ κακές ἔννοιες καί οἱ κούφιες δόξες ὡς πότε θά σέ κρατοῦν μακριά ἀπό τήν θεωρία τοῦ ὑπέρτατου τῶν ἐπιθυμητῶν»; Δέν πρέπει νά ἀσχολούμαστε μέ ὅλα αὐτά τά μάταια, γιατί ἔτσι δέν ἀσχολούμαστε μέ αὐτό πού πρέπει νά ἀσχοληθοῦμε, μέ τόν Χριστό. Δίνουμε ὅλη μας τήν προσοχή καί τήν ἐνέργεια σ’ αὐτά καί δέν μένει τίποτα γιά τόν Χριστό, τό ὑπέρτατο ἀγαθό, τό ὁποῖο πρέπει νά ἀγαπήσουμε καί νά Τοῦ δοθοῦμε ἐξ ὁλοκλήρου.
«Ἄχ! Ἀσθμαίνω, ἀγωνιῶ καί στενοχωριέμαι ἀδελφέ, ζητώντας νά βρῶ ἐπιχειρήματα, γιά νά σοῦ δείξω, πόσο μάταιος εἶναι ὁ καλλωπισμός τῶν ἐνδυμάτων. Διότι ἀγαπῶ τήν σωτηρία σου, ὅπως ἀγαπῶ καί τήν δική μου. Γιά νά κάνω κατανοητά τά λόγια μου, σοῦ φέρνω σάν παράδειμγα, τήν παλίρροια τοῦ Εὐρίπου». Στόν Ἰσθμό τοῦ Εὐρίπου τά νερά πᾶνε 6 ὧρες πάνω καί 6 ὧρες κάτω. «Γιατί τί ἄλλο εἶναι ὅλος αὐτός ὁ ταλαίπωρος βίος, παρά στενόχωρη Εὔριπος;». Σάν τόν Ἰσθμό τοῦ Εὐρίπου εἶναι αὐτή ἡ ζωή, μία πάει πάνω, μία κάτω. «Ὅπου τό καλό καί τό κακό, ἡ εὐτυχία καί ἡ δυστυχία πάντα εἶναι ρευστά καί ἀμοιβαῖα ἀναστρεφόμενα;». Τήν μία εἶσαι στήν μία κατάσταση καί τήν ἄλλη στήν ἀντίθετη. «Πού ἄλλοτε βυθίζουν τόν ἄνθρωπο στά ἀγαθά καί στίς εὐτυχίες καί ἄλλοτε τόν ἀφήνουν στήν ξηρά καί στίς δυστυχίες. Γι’ αὐτό πρέπει νά διδαχθεῖς καί ἀπό αὐτό τό ὄνομα τοῦ Εὐρίπου καί νά σταματήσεις νά ἐπιθυμεῖς καί νά φαντάζεσαι αὐτές τίς πρόσκαιρες ματαιότητες». Ἄν δέν κάνω λάθος, εἶναι Ἐπίσκοπος Εὐρίπου!
Ἐρ. : Ὅταν κάνω τήν προσευχή μέ τό κομβοσχοίνι καί δένομαι μ’ αὐτό καθώς λέω τήν εὐχή, αὐτό εἶναι κακό;
Ἀπ. : Μπορεῖ νά εἶναι καί κακό, ἄν σοῦ κλέψει ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς σου καί ἀντί νά σκέφτεσαι τόν Χριστό, σκέφτεσαι τό κομβοσχοίνι. Εἶναι βοηθητικό τό κομβοσχοίνι. Εἶναι ἕνα ἐργαλεῖο πού χρησιμοποιοῦμε γιά νά ἔρθουμε κοντά στόν Χριστό. Δέν τό λατρεύουμε.
Ἐρ. : Ἄν χάσουμε τό κομβοσχοίνι καί στενοχωρηθοῦμε, σημαίνει ὅτι ἤμασταν δεμένοι με αὐτό;
Ἀπ. : Οἱ Πατέρες λένε ὅτι εἴχαμε προσπάθεια, δηλαδή προσκόλληση καρδιᾶς. Μπορεῖ νά ἔχουμε προσπάθεια καί στό στυλό πού γράφουμε. Στήν Ἁγία Ἄννα εἶχε γίνει φόνος γιά ἕνα πινέλο Ἁγιογραφίας. Ἦταν ἕνας μοναχός πού ἁγιογραφοῦσε καί ἕνας ἄλλος μοναχός τοῦ ἔκλεψε τό πινέλο. Ἐκεῖνος παραφύλαξε καί τόν σκότωσε. Μά θά σκεφτεῖτε μπορεῖ νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος σέ τέτοιο σημεῖο; Κι ὅμως ἔγινε γιά ἕνα πινέλο. Ἀπό τότε μάλιστα ἔβαλαν ἀστυνομία στήν Ἁγία Ἄννα, στήν ἔρημο! Ὀ ἄνθρωπος μπορεῖ νά τά πετάξει ὅλα ὅσα ἔχει καί νά κολλήσει ἡ ψυχή του σέ ἕνα πινέλο, σέ μία παραμάνα… Τότε εἶναι δοῦλος, δέν εἶναι ἐλεύθερος, ἄν ἔχει προσκόλληση ἔστω καί στό παραμικρό. Ὁ Χριστός λέει: «ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ εἶναι καί ἡ καρδιά σας» (Ματθ. 6,21). Ποῦ εἶναι ὁ θησαυρός σας; Ἄν θέλετε νά μάθετε ποῦ εἶναι ὁ θησαυρός σας, βρεῖτε τί σκέφτεστε ὅλο τό 24ωρο. Ποῦ εἶναι ὁ νοῦς σας; Ἐκεῖ εἶναι καί ἡ καρδιά σας.
Ἐρ. : Κι ἄν ὀ νοῦς μας εἶναι σέ πολλά;
Ἀπ. : Τότε καί ἡ καρδιά μας εἶναι μοιρασμένη σέ πολλά κομμάτια. Γι’ αὐτό εἴμαστε διασπασμένοι, γιατί ἔχουμε μοιράσει τήν καρδιά μας σέ ἄχρηστα πράγματα καί ὄχι στόν Χριστό. Ἐνῶ ἄν δώσουμε τήν καρδιά μας στόν Χριστό, ἑννοποιούμαστε, γινόμαστε ἕνα καί οἱ σκόρπιες δυνάμεις τῆς ψυχῆς γίνονται μία δύναμη. Γίνεσαι ἔνα μέ τόν Χριστό καί ταυτόχρονα καί μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους.
Ἐρ. : Γι’ αὐτό βρίσκουμε ζόρι στήν προσευχή μας;
Ἀπ. : Ἀκριβῶς γι’ αὐτό. Γιατί ἔχουμε μία καρδιά, ἡ ὁποία εἶναι χίλια κομμάτια. Αὐτά τά κομμάτια πού τά ἔχεις διασκορπισμένα ἐδῶ καί κεῖ, ἄν τά μαζέψεις μέ τήν εὐχή τοῦ Χριστοῦ, θά γίνει αὐτή ἡ ἑνοποίηση. Γι’ αὐτό βοηθάει πολύ ἠ εὐχή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», γιατί μαζεύει τά κομμάτια μας. Λένε μερικοί πού εἶναι κουρασμένοι «εἶμαι χίλια κομμάτια». Γιατί νιώθουν ἔτσι; Γιατί ἡ καρδιά τους εἶναι κομματιασμένη, δέν εἶναι τόσο τό σῶμα. Τό σῶμα, ἄν ἡ ψυχή εἶναι ἑνιαία καί παίρνει ὀξυγόνο ἀπό τήν ψυχή καί τρέφεται μέ τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ καί τήν Θεία Κοινωνία, ἔχει τόση δύναμη πού καί 1 ὥρα νά κοιμηθεῖ, νιώθει μία χαρά καί δουλεύει 23. Γιατί ὅμως δέν μᾶς φτάνουν 8 καί 9 ὧρες ὕπνου καί συνέχεια νά τρῶμε; Γιατί ἡ καρδιά μας εἶναι κομματιασμένη καί δέν λειτουργεῖ σωστά. «Χρειάζεται ἐπιμονή καί ὑπομονή», ἔλεγε ἕνας Γέροντας στό Ἅγιο Ὄρος, ὁ π. Παῦλος. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν» (Λουκ. 21,19).
Ἐρ. : …………..……
Ἀπ. : Ἀκριβῶς, γι’ αὐτό πολλοί φτωχοί θά πᾶνε στήν κόλαση. Δέν σημαίνει ὅτι ἐπειδή εἶσαι φτωχός, θά πᾶς στόν Παράδεισο. Καί θά ὑπάρξουν καί πλούσιοι -δύσκολα βέβαια, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός μας-, πού θά πᾶνε στόν Παράδεισο. Ὁ Ἀβραάμ, ἄς ποῦμε, ἦταν πλούσιος καί πῆγε στόν Παράδεισο, γιατί δέν εἶχε προσκόλληση. Ὁ Θεός τοῦ εἶπε νά τά παρατήσει ὅλα καί νά πάει ἐκεῖ πού θά τοῦ πεῖ, χωρίς νά τοῦ ἀποκαλύψει ποῦ θά πάει. Σκεφτεῖτε νά σᾶς ἔλεγε ὁ Θεός νά ἀφήσετε τό σπίτι σας, τήν περιουσία σας, τούς φίλους καί τούς συγγενεῖς καί νά πᾶτε ὅπου σᾶς πεῖ ὁ Θεός. Θά πᾶτε;
Ἐρ. : Πάτερ καί νά πᾶμε δέν θά ἀντέξουμε, μέχρι νά μάθουμε ποῦ πηγαίνουμε…
Ἀπ. : Πήγαινε καί θά στό πεῖ στόν δρόμο! Στόν Ἀβραάμ τό εἶπε στόν δρόμο. Τό θέμα δέν εἶναι ποῦ θά πᾶμε, ἀλλά νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό. Εἴδατε ὅτι, ὅταν οἱ μαθητές ξύπνησαν τόν Χριστό καί Τοῦ εἶπαν «πνιγόμαστε», Ἐκεῖνος τούς λέει «γιατί φοβᾶστε καί εἶστε ὀλιγόπιστοι;». Ὑπῆρχε περίπτωση νά πάθαιναν κάτι, ὅσο ἦταν μέ τόν Χριστό; Γίνεται ὁ Θεός νά πνιγεῖ; Αὐτό τό περιστατικό μέ τήν τρικυμία ἔγινε ἀμέσως μετά τό θαῦμα, πού ἔκανε ὁ Χριστός μέ τούς πέντε ἄρτους. Πῶς μέ πέντε ψωμιά ἔθρεψε τόσους ἀνθρώπους, 5000 ἄνδρες καί ἄλλες τόσες γυναῖκες καί περίσσεψαν κιόλας 12 κοφίνια. Καί μόνο ἀπό αὐτό θά ἔπρεπε, ἄν λειτουργοῦσαν σωστά, νά καταλάβουν ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Θεός. Κι ὅμως αὐτό τό θαῦμα τό ξέχασαν ἀμέσως.
Ἐρ. : Ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶχε πεῖ ὅτι ἐμεῖς θά ἔχουμε περισσότερα ἐλαφρυντικά γιατί δέν βλέπουμε καί θαύματα.
Ἀπ. : Καί μόνο πού εἴμαστε ἐδῶ καί εἴμαστε μετανιωμένοι εἶναι θαῦμα. Τά μεγαλύτερα ἄλλωστε θαύματα, εἶναι τά πνευματικά. Πῶς ἕνας ἄνθρωπος πού εἶναι κατεστραμμένος ἀπό τίς ἁμαρτίες του, ξαφνικά μετανιώνει, κλαίει, ἐξομολογεῖται, ἀνορθώνεται καί ἀλλάζει μετά καί τούς γύρω του; Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό μεγάλο θαῦμα, πού τό κάνει ἡ Χαρις τοῦ Θεοῦ. Ἤ ἕνας σκυθρωπός, σκοτεινός καί ἀπελπισμένος ἄνθρωπος μέ τό πού ἐξομολογεῖται φωτίζεται, χαμογελάει καί ἀλλάζει τελείως ὄψη. Αὐτό τό θαῦμα δέν μπορεῖ νά τό κάνει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν μία στιγμή στήν ἄλλη καί νά ἀλλάξει ἔτσι, δέν γίνεται.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...