ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΚΟΛΛΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΗ ΓΗ, Ο ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΩΝ ΔΕΝ ΘΡΟΕΙΤΑΙ. ΚΑΙ ΑΝ ΑΔΙΚΗΘΕΙ ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΑ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΤΙ ΑΔΙΚΗΘΗΚΕ ΑΛΛΑ ΒΑΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ(ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ- ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ)

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

«Αὐτομεμψία, Εὐεργετινός», Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ: «Αὐτομεμψία, Εὐεργετινός»
Ὑπόθεσις ΜΕ΄ ἀπό τό βιβλίο τοῦ Εὐεργετινοῦ: «Ὅτι χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ ταπεινόφρονος εἶναι τό νά μέμφεται τόν ἑαυτό του, νά τόν ἐξουθενώνει καί νά θεωρεῖ ὅτι δέν ἀξίζουν τίποτε ὅσα καί ὁποιαδήποτε καλά κι ἄν κάνει. Ποιές εἶναι οἱ ἰδιότητες τῆς ταπεινοφροσύνης καί ποιοί οἱ καρποί της». Αὐτός εἶναι ὁ τίτλος τῆς ὑποθέσεως. Ὁ Εὐεργετινός εἶναι ἕνα πάρα πολύ πνευματικό βιβλίο, τό ὁποῖο ἔχει θέματα λόγια τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀπό τό Γεροντικό, ἀπό τόν Ἅγιο Ἐφραίμ, ἀπό τόν Ἅγιο Ἰσαάκ τόν Σύρο, ἀπό τούς ἀσκητικούς Πατέρες καί ὄχι μόνο, γιατί ὅλοι οἱ Πατέρες εἶναι ἀσκητικοί καί ὅλοι εἶναι κοινωνικοί. Εἶναι ψευδής αὐτή ἡ διάκριση πού γίνεται ἀπό κάποιους στούς Πατέρες.
Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἦταν ἀσκηταί καί ὅλοι ἦταν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θεράπευαν τόν λαό. Εἶχαν καί ποιμαντικό ἔργο, δηλαδή κοινωνική προσφορά, ἀκόμα κι ἄν ζοῦσαν στό πιό ἀπρόσιτο μέρος τῆς γῆς, γιατί ζοῦσαν τόν Χριστό καί εἴτε μέ τά λόγια τους, εἴτε μέ τά γραπτά τους, εἴτε μέ τήν προσευχή τους, ἐπηρέαζαν ὅλο τόν κόσμο. Καί ἐπηρεάζουν καί τώρα καί θά ἐπηρεάζουν μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας, πάντοτε, ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ὅλη τήν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό καί ἡ δόξα τους αὐξάνεται ὅσο περνοῦν τά χρόνια καί ὠφελοῦνται οἱ ἄνθρωποι μελετώντας τά κείμενα πού ἔχουν ἀφήσει, τά λόγια τους καί τά ἔργα τους.

Ἔτσι ὁ Ἅγιος αὐτός Παῦλος, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Εὐεργέτιδος στήν Κωνσταντινούπολη, ἔφτιαξε αὐτό τό βιβλίο, πού ὀνομάζεται Εὐεργετινός, ἀπό τήν ὀνομασία τοῦ μοναστηριοῦ, τό ὁποῖο ἔχει βοηθήσει πνευματικά πάρα πολλές γενιές. Εἶναι ἕνα ἀπάνθισμα λόγων τῶν Ἁγίων Πατέρων ταξινομημένο καί κατά κάποιον τρόπο κωδικοποιημένο σέ κεφάλαια, τά ὁποῖα βοηθοῦν τόν ἀγωνιζόμενο πιστό νά προχωρήσει πνευματικά ἀπό τά πρῶτα βήματα μέχρι πολύ ὑψηλά σκαλοπάτια τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Τό ἔργο αὐτό ἔχει ἐκδοθεῖ σέ τέσσερις τόμους. Εἴμαστε στόν πρῶτο τόμο. Ὁ τόμος αὐτός ἔχει ἀρκετές ὑποθέσεις καί εἴμαστε στήν 45η ὑπόθεση, ἡ ὁποία λέει αὐτό, ὅτι χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ πιστοῦ – πού εἶναι πραγματικά πιστός, ὁπότε θά εἶναι καί ταπεινόφρων – εἶναι τό νά μέμφεται τόν ἑαυτό του, νά κατηγορεῖ δηλαδή τόν ἑαυτό του καί ὄχι τούς ἄλλους, νά τόν ἐξουθενώνει, νά τόν θεωρεῖ ὅτι εἶναι τό οὐδέν, τό τίποτε καί νά θεωρεῖ ὅτι δέν ἀξίζουν τίποτε ὅσα καί ὁποιαδήποτε καλά κι ἄν κάνει. Τίποτε δέν ἀξίζει καί δέν εἶναι πραγματικά καλό ἀπό αὐτά πού κάνει ὁ ἄνθρωπος, γιατί ὅλα εἶναι κτιστά καί ἀνθρώπινα. Ὁ πραγματικά καλός καί πραγματικά ἀγαθός εἶναι μόνο ὁ Θεός. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος σέ ἐκεῖνον τόν νεανίσκο, πού Τοῦ εἶπε «διδάσκαλε ἀγαθέ», λέει, «Τί μέ λές ἀγαθό, ἀφοῦ δέν μέ πιστεύεις ὅτι εἶμαι ὁ Θεός; Μόνο ἕνας εἶναι ἀγαθός ὁ Θεός» (Λουκ. 18,18-19). Ἀληθινά καλός εἶναι ὁ Θεός, γιατί ἔχει τό κάλλος τό ἄκτιστο. Καί ἀληθινά καλός ἄνθρωπος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος μετέχει σ’ αὐτό τό κάλλος, στήν ὀμορφιά τοῦ Θεοῦ, στήν ἄκτιστη θεία δόξα. Ἀληθινα καλός, δηλαδή, εἶναι ὁ Ἅγιος, ὁ θεωμένος, αὐτός πού θεωρεῖ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ἐν ἀκτίστω φωτί καί συνεπῶς τά ἔργα του δέν εἶναι δικά του. Εἶναι τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, τά ὁποῖα ἐνεργεῖ ὁ Θεός δι’ αὐτοῦ. Ἑπομένως, ἕνας ἀληθινά ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι καί ταπεινόφρων, θεωρεῖ ὅτι τά δικά του ἔργα εἶναι ἕνα τίποτε. Αὐτό λέει στόν τίτλο, δέν ἀξίζουν τίποτε. Στή συνέχεια λέει ποιές εἶναι οἱ ἰδιότητες τῆς ταπεινοφροσύνης καί ποιοί εἶναι οἱ καρποί της. Αὐτά λοιπόν θά μᾶς ἀναπτύξει μέσα ἀπό τούς λόγους τῶν Ἁγίων αὐτή ἡ ὑπόθεση.
Πρῶτα ἔχει κάποια κεφάλαια ἀπό τό Γεροντικό. Τό Γεροντικό, ὅπως ξέρουμε, εἶναι τό βιβλίο τό ὁποῖο ἔχει καταγραμμένες τίς θέσεις, τίς διδασκαλίες, Ἁγίων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου καί κατεξοχήν τῶν ἀσκητῶν τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήμου. Οἱ Ἅγιοι τοῦ 4ου καί 5ουαἰῶνος, οἱ μεγάλοι αὐτοί ἀσκηταί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἄφησαν ὡραιότατα λόγια, πρακτικότατα, γιά τήν πνευματική ζωή. Καί μήν νομίσει κανείς ὅτι αὐτά τά λόγια εἶναι μόνο γιά ἀσκητές ἤ μόνο γιά ἐρημίτες. Εἶναι γιά ὅλους μας, γιατί αὐτό πού διδάσκουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἶναι ὅτι ἀσκητής πρέπει νά εἶναι κάθε χριστιανός. Καί οἱ ἐνορίες, ὅπως ἔλεγε καί ὁ σύγχρονος Ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς, πρέπει νά λειτουργήσουν ὡς σύγχρονα ἀσκητικά κέντρα, ἄν θέλουν νά ἐκπληρώσουν τόν προορισμό τους. Ἀλλά βέβαια, συμπληρώνει ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος, χρειάζεται νά ὑπάρχουν καί ἀσκητές ποιμένες, ἀσκητές ἱερεῖς. Γά νά μπορέσει νά λειτουργήσει ὡς ἀσκητικό κέντρο ἡ ἐνορία, ὁ ποιμένας θά εἶναι ἐκεῖνος πού θά ἐμπνεύσει καί τά λογικά πρόβατα, τούς πιστούς, στήν ἀσκητική ζωή.
Ὅταν λέμε ἀσκητική ζωή δέν ἐννοοῦμε μόνο νηστεία καί ἀγρυπνία, ἀλλά τήν ὅλη -θά λέγαμε- φιλοσοφία καί θεώρηση, ὅλον αὐτό τόν τρόπο λειτουργίας καί σκέψης πού ἔχουμε μέσα στό Γεροντικό καί μέσα στά ἀσκητικά κείμενα, τά ὁποῖα εἶναι θεραπευτικά, θεραπευτικότατα. Ἕνας πού ζεῖ δηλαδή ἔχοντας κατά νοῦ καί ἐφαρμόζοντας αὐτά τά ρητά τῶν Ἁγίων ἀσκητῶν, ζεῖ πραγματικά εὐτυχισμένος, νά τό ποῦμε ἁπλά. Ἄν καί ἡ λέξη εὐτυχία δέν ἀποδίδει. Πιό σωστά θά λέγαμε μακαριότητα, θά λέγαμε μετοχή στήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού λέγεται χαρά. Αὐτά ὅλα εἶναι πού ἐξασφαλίζουν στόν χριστιανό τήν ἀληθινή μακαριότητα καί χαρά, τήν «πάντα νοῦν ὑπερέχουσα» (Φιλ. 4,7), τήν χαρά τοῦ Χριστοῦ. «Ὄχι καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν» (Ἰω. 14,27), εἶπε ὁ Κύριος, ἀλλά «τήν χαρά αὐτή πού δίνω Ἐγώ, τήν μακαριότητα, τήν ὁποία δέν μπορεῖ νά ἀφαιρέσει κανένας». Βλέπετε πόσο εὔκολα οἱ ἄνθρωποι χάνουν τήν χαρά τους καί πέφτουν σέ λύπη, σέ κατάθλιψη, σέ ἀπελπισία, σέ ἀπόγνωση, σέ στενοχώρια καί φτάνουν νά τά θεωροῦν καί φυσιολογικά. Ὁ Ἀπόστολος λέει «θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι» (Β´ Κορ. 4,8). Ἄν εἴχαμε αὐτή τή χαρά τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία δέν ἀφαιρεῖται ἀπό κανέναν, δέν θά στενοχωριόμαστε ποτέ.
Αὐτά λοιπόν τά κείμενα μᾶς μαθαίνουν, σέ τελική ἀνάλυση, νά ζοῦμε τή χαρά τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία δέν ἀφαιρεῖται ποτέ καί ἀπό κανέναν, ὅσες θλίψεις καί δοκιμασίες κι ἄν μᾶς βροῦν. Σήμερα γιορτάζουμε τόν Ἅγιο Ἰώβ, πού μᾶς διδάσκει ἀκριβῶς πώς ὅ,τι καί ἄν συμβεῖ στή ζωή μας, δέν ἐπιτρέπεται νά χάνουμε τή χαρά μας, τήν εἰρήνη μας, τήν ἐμπιστοσύνη μας, στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμα κι ἄν ὅλοι πέφτουν πάνω μας, ὅπως πέσανε καί οἱ λεγόμενοι φίλοι του καί παραλίγο νά τόν ρίξουν στήν ἀπελπισία μέ αὐτά πού ἔλεγαν, ὅμως καί τότε δέν πρέπει νά ἀπελπιζόμαστε, ἀλλά νά συνεχίζουμε νά ὑπομένουμε, νά μένουμε δηλαδή κάτω ἀπό τήν σκέπη καί τήν πίστη στόν Χριστό.
Λέει, λοιπόν, στό Γεροντικό: «Εἶπεν ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος· Εἶδον πάσας τάς παγίδας τοῦ διαβόλου ἡπλωμένας ἐπί τῆς γῆς· καί στενάξας εἶπον· Τίς ἄρα παρέρχεται ταύτας; Καί ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Ἡ ταπεινοφροσύνη». Ἀββᾶς θά πεῖ Γέροντας. Τό ἀντίστοιχο γιά τίς Γερόντισσες εἶναι ἀμμᾶς. Εἶπε ὁ Ἅγιος, ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος: Εἶδα ὅλες τίς παγίδες τοῦ διαβόλου ἁπλωμένες πάνω στή γῆ. Καί στέναξα καί εἶπα: Ποιός ἄραγε μπορεῖ νά περάσει μέσα ἀπό αὐτές; (Ἐννοεῖται χωρίς νά βλαβεῖ;) Καί ἄκουσα φωνή νά μοῦ λέει: Ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἔχεις ταπεινοφροσύνη; Περνᾶς ἀπό ὅλα τά δόκανα τοῦ διαβόλου καί δέν σέ πιάνει τίποτε.
«Ὁ αὐτός εἶπε τῷ ἀββᾷ Ποιμένι». Ὁ ἴδιος δηλαδή, ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος, εἶπε στόν ἀββᾶ Ποιμένα. Διακριτικότατος ἀββᾶς ὁ ἀββᾶς Ποιμένας. «Αὕτη ἐστίν ἡ μεγάλη ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα τό σφάλμα ἑαυτοῦ ἐπάνω ἑαυτοῦ βάλῃ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καί προσδοκήσῃ πειρασμόν ἕως ἐσχάτης ἀναπνοῆς». Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική ἐργασία πού πρέπει νά κάνει κάθε πιστός. Ποιά; Τό νά βάζει τό σφάλμα του ἐπάνω του. Νά παίρνει τήν εὐθύνη τῶν πράξεών του νά τό ποῦμε ἁπλά μέ σύγχρονη γλῶσσα. Καί νά τό βάλει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Νά μήν κατηγορεῖ κανέναν ἀπό τούς ἀνθρώπους, ὅτι φταίει ὁ ἕνας καί ὁ ἄλλος. «Ἐγώ φταίω» καί νά τό παραδέχεται αὐτό μπροστά στόν Θεό. «Καί νά προσδοκήσει πειρασμό ἕως ἐσχάτης ἀναπνοῆς». Νά περιμένει πειρασμό μέχρι τέλους. Ὄχι νά λέει: Θεέ μου, πότε θά τελειώσει; Ἀλλά νά λέει: Θεέ μου, ἄν θέλεις κι ἄλλο νά μοῦ δώσεις, ἄς μοῦ δώσεις κι ἄλλο. Ὄχι, λοιπόν, φτάνει δέν ἀντέχω… ἀλλά, ναί Κύριε, ἄν θέλεις νά ὑποφέρω, ὅπως ὐποφέρω, νά συνεχίσω νά ὑποφέρω καί ἄν θέλεις καί περισσότερο νά ὑποφέρω, νά ὑποφέρω καί περισσότερο, προσδοκῶ πειρασμό μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς.
Στήν ἀρχή ὁ διάβολος, κατά παραχώρηση Θεοῦ πάντα, γιατί ὁ διάβολος ποτέ δέν δρᾶ αὐτονομημένα, πάντα παίρνει ἄδεια… πῆρε τοῦ Ἰώβ τήν περιουσία. Μετά τοῦ πῆρε τά παιδιά του. Μετά τοῦ πῆρε τήν ὑγεία. Μετά ἔβαλε καί τήν γυναίκα νά τόν πειράξει, νά βλασφημήσει. Ἔβαλε καί τούς φίλους νά τόν ρίξουν σέ ἀπόγνωση. Τίποτε δέν κατάφερε. Προσδοκοῦσε ὁ Ἰώβ, θά λέγαμε, καί ἦταν ἕτοιμος γιά κάθε πειρασμό καί κάθε φορά ἔλεγε «ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο· ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο· εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἰώβ, 1,21). Ὅπως φάνηκε καλό στόν Κύριο, οὕτω καί ἔγινε.
Αὐτός εἶναι ὁ πραγματικά ταπεινός ἄνθρωπος καί ὁ πραγματικά πιστός καί ἐργάτης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἀληθινά ταπεινός, ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος, εἶναι αὐτός πού εὐχαριστεῖ γιά ὅλα καί δέχεται καθετί, εἴτε φαινομενικά κακό, εἴτε φαινομενικά καλό, μέ εὐχαριστία, μέ δοξολογία. Γι’ αὐτό σέ κάθε Θεία Λειτουργία λέμε αὐτά πού εἶπε καί ὁ Ἰώβ. Ἐν μέσω τῶν θλίψεων πού περνοῦσε ὁ Ἰώβ ἔλεγε εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένο. Καί ἐμεῖς αὐτό λέμε. Μᾶς βάζει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία νά τό λέμε σέ κάθε Θεία Λειτουργία.
Τρίτο ἀπό τό Γεροντικό: «Ἐπαναστάτησάν ποτε τῷ ἀββᾶ Ἀρσενίῳ οἱ δαίμονες ἐν τῷ κελλίῳ θλίβοντες αὐτόν». Κάποτε ἔκαναν ἐπανάσταση οἱ δαίμονες, τόσο κάηκαν ἀπό τή ζωή καί τήν προσευχή τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του καί τόν πίεζαν, τόν καταπίεζαν, μέ λογισμούς, μέ πειρασμούς, στό κελλί του. «Παραβαλόντες δέ οἱ διακονοῦντες αὐτῷ καί στάντες ἔξω τῆς κέλλης, ἤκουσαν αὐτοῦ βοῶντος πρός τόν Θεό καί λέγοντος: ὁ Θεός μή ἐγκαταλίπῃς με, οὐδέν γάρ ἐποίησα ἐνώπιόν σου ἀγαθόν, ἀλλά δός μοι κατά τήν χρηστότητά Σου βαλεῖν ἀρχήν». Προσέξτε, φοβερά λόγια! Τόσα χρόνια στήν ἔρημο ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος καί τόν πείραξαν σέ φοβερό βαθμό οἱ δαίμονες καί, κάποιοι πού κατά παραχώρηση Θεοῦ ἐκείνη τήν ὥρα ἦταν ἀπ’ ἔξω, ἄκουσαν τόν ἀββᾶ νά προσεύχεται, νά φωνάζει στόν Θεό καί νά λέει «Θεέ μου, μή μέ ἐγκαταλείπεις, τίποτα καλό δέν ἔκανα ἐνώπιόν Σου», ἐνῶ εἶχε κάνει πάρα πολλά ἀσκητικά ἔργα, νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές τόσα χρόνια. Δῶσ’ μου κατά τήν χρηστότητά Σου, δηλαδή κατά τήν καλοσύνη Σου καί τό ἔλεός Σου καί τήν ἀγαθότητά Σου καί τήν φιλανθρωπία Σου καί τήν εὐσπλαχνία Σου, δῶσ’ μου νά βάλω ἀρχή. Νά ἀρχίσω νά κάνω τό ἔργο Σου, τή μετάνοια. Δέν πίστευε, δηλαδή δέν θεωροῦσε, ὅτι εἶχε κἄν ἀρχίσει τό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Νά ἡ ταπείνωση!
Ὅσο ψηλά κι ἄν ἔχεις φτάσει, πάντα νά ταπεινώνεσαι καί νά λές ἀκόμα δέν ἔβαλα ἀρχή μετανοίας. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος θά κάνει ποτέ τόν δάσκαλο στούς ἄλλους; Ὄχι. Θά τό παίξει Γέροντας; Ὅπως, δυστυχῶς, τό παθαίνουμε κι ἐμεῖς μερικές φορές. Τό παίζουμε Γέροντες καί Γερόντισσες. Κι ἔρχεται κάποιος νέος ἐδῶ στήν ὁμήγυρη τήν δική μας καί νιώθει στενάχωρα, γιατί οἱ παλιότεροι τό παίζουν Γέροντες καί τοῦ κάνουν ὑποδείξεις, ὄχι αὐτό, ὄχι τό ἄλλο… Μέ ποιό δικαίωμα; Ἄν τό κάνει αὐτό, θά τό κάνει ὁ Γέροντας μέ πολύ διάκριση. Ἐσύ δέν μπορεῖς νά τό παίζεις Γέροντας, ὅσα χρόνια κι ἄν ἐξομολογεῖσαι καί ὑποτίθεται ἔχεις προχωρήσει πνευματικά. Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος, πού εἶχε τόσο πολύ προχωρήσει, ἔλεγε, Θεέ μου δέν ἔβαλα ἀκόμα ἀρχή, ἀρχή μετανοίας. Καί πήγαιναν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ νά τόν συμβουλευτοῦν καί δέν τούς ἔλεγε τίποτα. Ὄχι γιατί τούς καταφρονοῦσε, ἀλλά γιατί πίστευε ὅτι δέν εἶχε νά πεῖ κάτι σπουδαῖο, ἀφοῦ ἔλεγε ἐγώ δέν ἔχω βάλει ἀρχή μετανοίας μπροστά στόν Θεό.
«Ἀδελφός παρέβαλε τῷ Ἀββᾷ Ἀμμωνᾷ καί εἶπεν αὐτῷ, Ἀββᾷ εἰπέ μοι λόγον». Πῆγε κάποιος στόν Γέροντα Ἀμμωνᾷ, στόν Ἀββᾷ Ἀμμωνᾷ καί τοῦ λέει: πές μου Γέροντα ἕναν λόγο. «Καί μείνας παρ’ αὐτῷ ἡμέρας ἑπτά, οὐκ ἤκουσέ τι παρά τοῦ Γέροντος». Καί ἔμεινε κοντά του ἑφτά μέρες καί δέν ἄκουσε τίποτα ἀπό αὐτόν, δέν τοῦ εἶπε τίποτα ὁ Γέροντας. «Ἔπειτα, ὡς ἀνεχώρει»… Εἶδε καί ἀπόειδε, θά λέγαμε, ὁ ἄνθρωπος, λέει θά φύγω, ἀφοῦ δέν μοῦ λέει ὁ Γέροντας. Ὅπως ἔφευγε, «προπέμπων αὐτόν εἶπεν», ὅπως τόν ξεπροβόδιζε, τοῦ λέει, «ἐμοῦ τέως αἱ ἁμαρτίαι γεγόνασι τεῖχος σκοτεινόν ἀνά μέσον ἐμοῦ καί τοῦ Θεοῦ». Παιδάκι μου, λέει, οἱ ἁμαρτίες μου ἔχουν γίνει ἕνα τεῖχος σκοτεινό πού παρεμβάλλεται μεταξύ ἐμοῦ καί τοῦ Θεοῦ. Αὑτό τοῦ εἶπε. Δηλαδή, τί τοῦ εἶπε; Ὅτι εἶμαι ἕνα μάτσο χάλια… Κατηγόρησε τόν ἑαυτό του. Νά ἡ αὐτομεμψία. Νά τό χαρακτηριστικό τοῦ ταπεινόφρονος. Δέν ἔχει μάτια νά κατακρίνει καί στόμα καί γλώσσα νά πεῖ ἐναντίον κανενός. Ἀλλά σέ ὅλα εἶναι ἕτοιμος νά καταδικάσει τόν ἐαυτό του.
Αὐτό θά τό διαβάσω κατευθείαν ἀπό τή μετάφραση, γιά νά μήν χάνουμε χρόνο. «Διηγήθηκε ὁ ἀββᾶς Δανιήλ ὅτι κάποτε ζοῦσε στή Βαβυλώνα μιά νέα, θυγατέρα ἑνός ἄρχοντος τοῦ τόπου, ἡ ὁποία εἶχε μέσα της δαιμόνιο. Ὁ πατέρας τῆς κόρης αὐτῆς γνώριζε κάποιον μοναχό, τόν ὁποῖον τόν ἀγαποῦσε καί ἀπό τόν ὁποῖο ζητοῦσε ἐπιμόνως νά θεραπεύσει τήν κόρη του. Ὁ μοναχός ἀπάντησε μέ πολύ ταπεινοφροσύνη». Πολύ πιθανό νά μποροῦσε καί αὐτός ὁ μοναχός νά τήν θεραπεύσει ἀλλά δέν ἤθελε νά φανερωθεῖ καί νά δοξαστεῖ. «Κανείς, τοῦ λέει, δέν μπορεῖ νά θεραπεύσει τήν κόρη σου παρά μόνο κάποιοι ἀναχωρηταί τούς ὁποίους γνωρίζω. Ἐάν ὅμως τούς παρακαλέσουμε δέν θά δεχτοῦν ἀπό μετριοφροσύνη τέτοιο πράγμα». Οἱ ἅγιοι ἀπέφευγαν νά θαυματουργοῦν. Δέν ἔκαναν ἐπίδειξη τῶν χαρισμάτων τους. Αὐτό τό βλέπουμε καί στούς σύγχρονους ἁγίους καί στόν ἅγιο Πορφύριο. Ἄν τούς ποῦμε λοιπόν λέει, ἄμεσα καί κατά πρόσωπο, δέν θά δεχτοῦν.
«Εἶναι προτιμότερο νά κάνουμε τό ἑξῆς, ὅταν θά ἔρθουν στήν ἀγορά, γιά νά πουλήσουν τά ἐργόχειρά τους, νά προσποιηθεῖτε ὅτι δῆθεν θέλετε ν’ ἀγοράσετε ἐργόχειρα καί νά τούς φωνάξετε στό σπίτι σας γιά νά τούς δώσετε τά χρήματα. Ὅταν δέ ἔλθουν νά ἀπαιτήσετε νά κάνουν προσευχή γιά τήν θεραπεία τῆς κόρης. Ὁπότε, ἐλπίζω ὅτι θά θεραπευθεῖ ἡ θυγατέρα σου». Ἔκαναν μιά ὁλόκληρη ἄς ποῦμε σκηνοθεσία, ἕνα ὁλόκληρο στρατήγημα, γιά νά παρακάμψουν κατά κάποιο τρόπο τήν ταπεινοφροσύνη τῶν ἁγίων.
«Πράγματι λοιπόν ἐξῆλθαν στήν ἀγορά καί βρῆκαν τόν μαθητή ἑνός Γέροντος, ὁ ὁποῖος καθόταν γιά νά πουλήσει τά ἐργόχειρά του. Τόν πῆραν ἀμέσως οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἄρχοντος μαζί μέ τά ζεμπίλια του καί τόν ὁδήγησαν στό σπίτι του (στό σπίτι τοῦ ἄρχοντα), γιά νά παραλάβει τά χρήματα τῆς ἀξίας τῶν ἐργοχείρων. Μόλις, ὅμως, ἔμπαινε στό σπίτι, τόν συνάντησε (τόν μαθητή τοῦ Γέροντος) ἡ δαιμονιζομένη καί τόν ἐράπισε». Τοῦ ἔδωσε ἕνα σκαμπίλι. «Ὁ μοναχός τότε γύρισε καί τήν ἄλλη σιαγόνα ἐφαρμόζοντας τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου πού λέει «ἐάν κάποιος σέ χτυπήσει στό ἕνα μάγουλο νά γυρίσεις πρός αὐτόν καί τό ἄλλο». Ἄμεση ἀνταπόκριση καί τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ ἕνας πού σκέπτεται κοσμικά, θά πεῖ «Μέ ποιό δικαίωμα μέ χτυπᾶς;».
«Ἡ συμπεριφορά αὐτή ἐτάραξε τόν δαίμονα, ὁ ὁποῖος εἶπε μέ ἀπαίσιες κραυγές (μέ τό στόμα τῆς δαιμονισμένης): Ὦ βία! Ἡ ἐντολή τοῦ Ἰησοῦ μέ ἐκδιώκει». Ὅπως λένε στόν ἅγιο Γεράσιμο οἱ δαιμονισμένοι πού πηγαίνουν στήν Κεφαλονιά «μέ καῖς, μέ καῖς». Φωνάζει ὁ διάβολος «καίγομαι ἀπό τόν ἅγιο». Ἔτσι εἶπε κι αὐτός, ἡ ἐντολή τοῦ Ἰησοῦ μέ ἐκδιώκει, ἐπειδή ἐσύ τηρεῖς τήν ἐντολή τοῦ Ἰησοῦ πού εἶπε νά γυρνᾶς καί τό ἄλλο μάγουλο. Δηλαδή νά εἶσαι ἕτοιμος -αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐντολῆς αὐτῆς- νά δεχτεῖς περισσότερη ἐξουθένωση καί ἀτίμωση. Σέ χτυπάει κάποιος; Σέ ἀδικεῖ; Σέ βρίζει; Σέ ἐξουθενώνει; Μήν ἀγανακτεῖς. Μήν τά βάζεις μ’ αὐτόν. Μήν τόν μισεῖς. Μήν τόν ἀντιπαθήσεις. Νά εἶσαι ἕτοιμος νά δεχτεῖς καί χειρότερα καί περισσότερα ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο καί ἀπό ἄλλον.
Αὐτό λοιπόν εἶναι πού καίει τόν διάβολο, ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς, δυστυχῶς, ἐπειδή λειτουργοῦμε κοσμικά, σκεφτόμαστε πῶς θά ἀντιμετωπίσουμε τόν ἄλλον. «Πῶς θά τόν ἀντιμετωπίσω, πάτερ, τόν τάδε;». Πόσες φορές μέ ρωτᾶνε; «Τήν τάδε πού μέ ἀδικεῖ…». Τί νά ἀντιμετωπίσεις; Νά τί λέει ἐδῶ ὁ Χριστός «γύρνα καί τό ἄλλο μάγουλο». Νά ἡ ἀντιμετώπιση. Καί τότε θά φύγει ὁ διάβολος καί θά σκάσει! Τί νά ὑπερασπιστεῖς τόν ἑαυτό σου; Ἄν θέλεις πραγματικά νά σώσεις τόν ἐαυτό σου, εἶναι νά ἀφεθεῖς σέ ἀκόμα μεγαλύτερο πειρασμό. Μή ζητᾶς νά φύγει ὁ πειρασμός. Νά λές, Θέε μου, ἄν θέλεις καί περισσότερα νά πάθω, νά πάθω.. Αὐτό καίει τόν διάβολο.
Αὐτό ἔκαψε κι αὐτόν τόν δαίμονα πού ἦταν κρυμμένος σ’ αὐτή τήν ταλαίπωρη κόρη. «Καί ἀμέσως ἔφυγε (ὁ διάβολος) ἀπό τήν γυναίκα, ἡ ὁποία ἀπό τή στιγμή ἐκείνη κατέστη ὑγιής καί σωφρονίστηκε». Βλέπετε; Ἡ ταπείνωση διώχνει τόν διάβολο. «Τό περιστατικό αὐτό τό γνωστοποίησαν στούς Γέροντες, οἱ ὁποῖοι δόξασαν τόν Θεό καί εἶπαν: τίποτε ἄλλο δέν ἐκμηδενίζει τόσο τήν ὑπερηφάνεια τοῦ διαβόλου, ὅσο ἡ ταπείνωσις τήν ὁποία ἐμπνέει ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ». Ὅλες οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἄν λίγο τίς ψάξουμε στό βάθος τους, ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο σέ ταπείνωση καί αὐτό εἶναι πού καίει τόν διάβολο καί αὐτό εἶναι πού θεραπεύει τόν ἄνθρωπο. Πόσο βασανιζόμαστε οἱ ἄνθρωποι ἀπό λογισμούς… Καί δέν κοιμοῦνται οἱ ἄνθρωποι μερόνυχτα ὁλόκληρα, γιατί ἔχουν λογισμούς γιά κάποιον ἄλλον πού τούς ἀδικεῖ κ.λ.π. Τί πιό ἁπλό νά πεῖς; Καλά παθαίνω γιά τίς ἁμαρτίες μου. Χειρότερα πρέπει νά πάθω. Καί νά εἶσαι ἕτοιμος νά δεχτεῖς καί χειρότερα. Καί νά λές «εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας». Καί θά κοιμᾶσαι σάν πουλάκι καί θά σκάει ὁ διάβολος καί θά φεύγει ἀπό ἐκεῖνον πού σέ ραπίζει. Κι ἐκεῖνος θά θεραπεύεται καί ἐσύ δέν θά ταράζεσαι.
Συνεχίζουμε τήν μετάφραση, γιά νά κερδίζουμε χρόνο… ἄν καί ἡ γλῶσσα ἡ πρωτότυπη εἶναι πολύ σπουδαῖα, ἀλλά σήμερα ἔχουμε ἀποξενωθεῖ ἀπό τήν γλῶσσα αὐτή τήν κάπως ἀρχαΐζουσα. Δέν εἶναι δύσκολη ἡ γλῶσσα τοῦ Γεροντικοῦ, ὅπως καί ἡ γλῶσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀλλά, δυστυχῶς, δέν μαθαίνουμε γράμματα καί ἰδίως τά νέα παιδιά καί πολύ ἁπλές λέξεις δέν τίς κατανοοῦμε.
«Ὁ Ἀϐϐᾶς Καρίων εἶπε: ἐκοπίασα περισσότερο ἀπό τόν υἱό μου Ζαχαρία κι ὅμως δέν ἔφτασα στά μέτρα τῆς ἀρετῆς του λόγω τῆς ταπεινώσεως καί τῆς σιωπῆς του». Ἑπομένως δέν εἶναι τά χρόνια πού ἔχει κανείς στήν πνευματική ζωή ἤ τά χρόνια πού ἔχει στό μοναστήρι ἐνδεχομένως ἄν εἶναι μοναχός ἤ στό ἀσκητήριο, ἀλλά εἶναι ἡ ταπείνωση πού δείχνει καί ἡ σιωπή πού δείχνει, ἡ ὁποία εἶναι μιά ἐφαρμοσμένη ταπείνωση.
Πολλές φορές ἔρχονται ἄνθρωποι νά διακονήσουν στό μοναστήρι καί τούς λέμε ὅτι ἐδῶ τό μοναστήρι ἔχει ἕναν κανόνα καί οἱ ἀδελφές ἔχουν ἕναν κανόνα, κανόνα σιωπῆς. Αὐτό εἶναι ταπείνωση. Κι ἕνας πού μπαίνει σ’ αὐτόν τόν κανόνα εἶναι πού ὠφελεῖται πνευματικά. Ἔρχεται κανείς στό μοναστήρι νά διακονήσει. Ἄν θέλει πραγματικά νά διακονήσει, θά μπεῖ στόν τρόπο ζωῆς τοῦ μοναστηριοῦ. Δέν θά φέρει τόν δικό του τρόπο ζωῆς στό μοναστήρι. Ἄν θέλει νά ὠφεληθεῖ καί νά μή γίνει σκάνδαλο καί γιά τίς ἀδελφές καί γιά ὁποιονδήποτε ἄλλο ἔρχεται στό μοναστήρι. Γιατί πολλές φορές ἔρχεται κανείς στό μοναστήρι -καί ἐδῶ μπορεῖ νά ἔρχονται- καί νά μεταφέρει λόγια καί ἀπόψεις καί κουτσομπολιά καί ἀντί πνευματική ὠφέλεια νά γίνεται πνευματική ζημία. Νά ἐρχόμαστε ἐδῶ καί νά μαθαίνουμε τά νέα τοῦ Μοναστηριοῦ ἤ τί κάνει ὁ Γέροντας, τί κάνει ἡ Γερόντισσα κ.λ.π. Δέν ἐρχόμαστε γιά αὐτόν τόν λόγο. Ἐρχόμαστε γιά νά μάθουμε νά σιωπᾶμε μπροστά στόν Θεό, νά ταπεινωνόμαστε, νά κάνουμε ὑπακοή καί νά προχωρᾶμε στήν ταπεινοφροσύνη.
«Κάποτε αὐτός ὁ ἴδιος, ὁ Ἀϐϐᾶς Ζαχαρίας (γιά τόν ὁποῖο ἔλεγε ὁ Ἀϐϐᾶς Καρίων ὁ πατέρας του, ὅτι τόν εἶχε ξεπεράσει), καθόταν στήν σκήτη καί εἶδε μιά ὀπτασία. Ἀμέσως σηκώθηκε καί τήν ἀνέφερε στόν Γέροντά του, τόν Ἀϐϐᾶ Καρίωνα. Τοῦ λέει, Γέροντα εἶδα αὐτό κι αὐτό. «Ὁ Γέροντας ἐπειδή ἀσχολεῖτο μέ τήν πρακτική ἐξάσκηση τῶν ἀρετῶν, δέν εἶχε γνώση αὐτοῦ τοῦ φαινομένου». Δέν ἤξερε πολλά γιά πνευματικές θεωρίες, γιά ὑψηλές πνευματικές καταστάσεις. Ἤξερε τά πρακατικά, νά κάνει νηστεία, νά κάνει ὑπακοή, νά κάνει τίς μετάνοιές του. Ὁπότε, ὅταν ἄκουσε ἀπό τόν μαθητή του γιά ὀπτασίες, γιά θεωρίες, τόν ἔδειρε! Τί εἶναι αὐτά πού λές… Πάρε κι ἕνα μπερτάκι… Τάχα τό ὅραμα προέρχεται ἀπό τούς δαίμονες. «Ἐπειδή, ὅμως, ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας ἐξακολουθοῦσε νά βλέπει τήν ὀπτασία, ἔφυγε τή νύχτα ἀπ’ τό κελλί του καί πῆγε πρός συνάντηση τοῦ ἀββᾶ Ποιμένος». Πῆγε στόν καθηγητή Πανεπιστημίου! Ὁ ἀββᾶς Ποιμένας ἦταν κορυφή. «Ἀφοῦ τόν βρῆκε, τοῦ ἐξομολογήθηκε τήν ὑπόθεση τῆς ὀπτασίας καί ὅτι αἰσθάνεται ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς καταστάσεως τά σπλάχνα του νά καίγονται». Καιγότανε ὁλόκληρος ἀπό τό θεῖο πῦρ. «Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν ἀντιλήφθηκε ὅτι τό φαινόμενο προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί τοῦ λέει: – Πήγαινε νά συναντήσεις τόν τάδε Γέροντα». Βλέπετε ταπείνωση; Ὁ ἕνας Γέροντας τόν στέλνει στόν ἄλλον «καί κράτησε καλά στόν νοῦ σου αὐτά πού θά σοῦ πεῖ. Πράγματι, πῆγε ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας σ’ ἐκεῖνον τόν Γέροντα, ὁ ὁποῖος πρίν ἀκόμα ἀνοίξει τό στόμα του ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας νά τοῦ πεῖ ὁτιδήποτε, τοῦ εἶπε ἐκεῖνος λεπτομερῶς τήν κατάστασή του, τί νιώθει κ.λ.π. Καί τοῦ λέει ἐν συμπεράσματι: – Αὐτό πού εἶδες εἶναι θεϊκή ὀπτασία, ἀλλά πήγαινε νά ὑποταχθεῖς στόν πνευματικό σου πατέρα». Δέν εἶναι δικό σου, δέν εἶναι κάτι γιά νά ὑπερηφανευτεῖς. Σοῦ τό ἔδωσε ὁ Θεός, γιά τόν λόγο πού Ἐκεῖνος ξέρει. Ἐσύ, ὅμως, κάνε τήν ὑπακοή σου. Γύρνα πίσω καί ταπεινώσου στόν πρακτικό Γέροντά σου, πού δέν καταλαβαίνει πολύ ἀπό αὐτά, ἀλλά ἐσύ ὠφελεῖσαι κοντά του, γιατί σέ βοηθάει στήν ταπεινοφροσύνη.
«Αὐτόν τόν ἴδιο, ἀββᾶ Ζαχαρία, παρακάλεσε κάποτε ὁ ἀββᾶς Μωϋσῆς: – Πές μου Γέροντα, τοῦ λέει, τί πρέπει νά κάνω; Μόλις ἄκουσε ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας αὐτό, ἔπεσε στά πόδια του καί τοῦ λέει: – Ἐσύ ρωτᾶς πάτερ μου ἐμένα;». Δέν θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἄξιο νά συμβουλεύσει τόν ἀββᾶ Μωϋσῆ. Καί τότε ὁ ἀββᾶς Μωϋσῆς τοῦ εἶπε ἐκ δευτέρου: – Πίστεψέ με τέκνο μου Ζαχαρία πώς εἶδα τό Ἅγιο Πνεῦμα νά κατεβαίνει πάνω σου καί γι’ αὐτό ἀναγκάζομαι νά σέ ρωτήσω». Δέν εἶναι ὅτι ἐσύ καθεαυτόν ἀξίζεις ἀλλά εἶδα τό Πνεῦμα τό Ἅγιο νά ἔρχεται σέ σένα. Γι’ αὐτό, παρόλο πού εἶσαι παιδί μου, σέ ρωτάω. «Καί τότε ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας πῆρε ἀπ’ τό κεφάλι του τό κουκούλι του, τό ἔριξε κάτω καί τό καταπάτησε μέ τά πόδια του λέγοντας: – Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν συντριβεῖ κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, δέν μπορεῖ νά γίνει μοναχός», δέν μπορεῖ νά γίνει πιστός. Γιατί, ὁ μοναχός δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά ἕνας πιστός χριστιανός. Ἄν δέν ταπεινωθεῖς καί δέν ποδοπατηθεῖς καί τοῦ τό δίδαξε καί μέ ἐποπτικό τρόπο, ὅπως καταπατᾶς τό καπέλο σου, τό κουκούλι σου, δέν μπορεῖς νά γίνεις πραγματικά χριστιανός.
Ὁ χριστιανός εἶναι ὁ καταπατημένος, ὁ ἐξουθενωμένος, ὁ ταπεινωμένος ἀπό ὅλους καί ἀπό ὅλα καί σέ ὅλα. Γι’ αὐτό, νά μήν ἀντιδροῦμε ἀδελφοί μου ὅταν μᾶς καταπατοῦν. Στόν κόσμο θεωρεῖται πολύ κακό, «μέ πρόσβαλλε»! Σιγά βρέ παιδί μου… «Μοῦ ἔθιξε τήν ἀξιοπρέπεια» καί τό παίρνουν καί πολύ βαρέως καί παθαίνουν καί κατάθλιψη καί πάσχουν καί βασανίζονται οἱ ἄνθρωποι γιατί τόν πρόσβαλλε ὁ τάδε… Ὑπάρχει μεγαλύτερο καλό ἀπό αὐτό; Σέ μαθαίνει νά ζήσεις κατά Θεόν καί νά πάρεις τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ καταπατημένος ἀπό τούς ἀνθρώπους εἶναι ὁ εὐλογημένος ἀπό τόν Θεό. Ἐφόσον τό δέχεται καί δέν γογγύζει, ὅταν ταπεινώνεται ὁ ἄνθρωπος, «ἀναγκάζεται» ὁ Θεός νά τόν ἐλεήσει, γιατί λειτουργεῖ ὁ πνευματικός νόμος πού λέει «ὁ Θεός στούς ταπεινούς δίνει χάρη» (Ἰακ. 4,6). Οἱ ἅγιοι ἑκούσια ἔκαναν τρέλες, γιά νά ταπεινώνονται ἀπό τούς ἀνθρώπους, γιά νά βρίζονται, νά ἐξουθενώνονται, γιά νά παίρνουν περισσότερη χάρη από τόν Χριστό, οἱ λεγόμενοι «διά Χριστόν σαλοί».
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν συντριβεῖ κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, δέν μπορεῖ νά γίνει μοναχός, δέν μπορεῖ νά γίνει πιστός. Γι’ αὐτό καί ὁ Δαβίδ τί παρακαλεῖ; Χίλια χρόνια πρό Χριστοῦ ἔχει εἰπωθεῖ καί ἀκόμα δέν τό ἔχουμε καταλάβει. Τό εἶχε καταλάβει ὁ Δαβίδ μέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πού ἐνεργοῦσε καί τότε, «καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. 50,19). Αὐτό πρέπει νά ζητᾶμε: συντριμμένη καί ταπεινωμένη καρδιά, ἡ ὁποία ἔρχεται σέ ἕναν ἄνθρωπο πού χαίρεται νά συντρίβεται, χαίρεται νά καταπατεῖται, χαίρεται νά ἐξουθενώνεται.
«Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν διηγήθηκε ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀποθάνει ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας, τόν ρώτησε ὁ ἀββᾶς Μωϋσῆς (τόν ἀββᾶ Ζαχαρία πού πέθαινε): – Τί βλέπεις ἀββᾶ τώρα; Ἐκεῖνος τότε ἀπάντησε: – Πάτερ, δέν εἶναι προτιμοτέρα ἡ σιωπή;». Τί μέ ρωτᾶς; δέν εἶναι καλύτερα νά σιωπᾶμε; «- Ναί, τέκνο μου, σιώπα, ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς Μωϋσῆς. Κατά τή στιγμή δέ τοῦ θανάτου του ὁ ἀββᾶς Ἰσίδωρος πού ἐκάθετο κοντά, ὕψωσε τό βλέμμα του στόν οὐρανό καί εἶπε: – Νά εὐφραίνεσαι τέκνο μου Ζαχαρία, γιατί ἔχουν ἀνοίξει πρός χάρην σου οἱ πύλες τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν». Ὁ Θεός εὐδοκεῖ στούς ταπεινόφρονες. Δέν θά μποροῦσε νά κοκορευτεῖ ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας; Νά πεῖ: – Κοίταξε, ἐγώ βλέπω τώρα τούς ἀγγέλους, τούς ἁγίους, βλέπω τήν Ἁγία Τριάδα… Τίποτα. Δέν εἶναι καλύτερα πάτερ νά σιωπᾶμε; Πῶς οἱ ἅγιοι μισοῦσαν τήν μάταιη δόξα τοῦ κόσμου.
«Ὁ ἀββᾶς Εὐάγριος εἶπε ὅτι διά τόν ἄνθρωπο ἡ ἀρχή τῆς σωτηρίας του βρίσκεται εἰς τήν αὐτομεμψία». Μπαίνεις στόν δρόμο γιά τήν σωτηρία, ὅταν ἀρχίζεις νά κατακρίνεις τόν ἑαυτό σου, νά κατηγορεῖς τόν ἑαυτό σου, νά αὐτομέμφεσαι. Γιατί, ὅταν ἀρχίζει ὁ ἄνθρωπος νά κατακρίνει τόν ἑαυτό του, μπαίνει στήν πορεία γιά νά γίνει ταπεινός, ὁπότε μπαίνει στήν πορεία γιά νά πάρει τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος δέν ἀσχολεῖται μέ τόν ἑαυτό του, δέν καταδικάζει τόν ἑαυτό του, ἀσχολεῖται καί καταδικάζει τούς ἄλλους. «Κοίταξέ την αὐτήν πῶς κάνει, κοίταξέ τον αὐτόν εἶναι καί θεολόγος πῶς κάνει..» καί ἀσχολεῖται συνέχεια καί κατακρίνει τούς ἄλλους. Αὐτός δέν ἔχει μπεῖ ἀκόμα στήν ὁδό τῆς σωτηρίας, δέν ἔχει μπεῖ ἀκόμα στήν πορεία νά πάρει τήν χάρη. Ἡ χάρη δίνεται στούς ταπεινόφρονες, δηλαδή στούς αὐτομεμφόμενους, σ’ αὐτούς πού κατηγοροῦν τόν ἑαυτό τους.
«Κάποτε ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος βρέθηκε μαζί μέ ἄλλους μοναχούς. Καθώς, λοιπόν, ἔτρωγαν, ἔπαιρναν σιωπηλοί τά ποτήρια τους καί πίνανε καί δέν ἔλεγαν τήν σωστή ἐπίκληση «συγχώρησον», «εὐλόγησον», «εὐλογεῖτε». Θά τό ἔχετε ἀκούσει, ἄν ἔχετε βρεθεῖ σέ μοναστήρι. Πάει νά πιεῖ κάποιος νερό, λέει «Γέροντα, Γερόντισσα, εὐλογεῖτε». Αὐτό δέν εἶναι ἁπλή εὐγένεια. Εἶναι ἐπίκληση νά εὐλογήσει ὁ Θεός τήν πράξη του διά τοῦ Γέροντος, διά τῆς Γερόντισσας. «Συγχώρεσέ με, εὐλόγησέ με». Εἶναι φανέρωση ταπεινοφροσύνης. «Τότε εἶπε ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος: ἔχασαν οἱ μοναχοί τήν εὐγένειά τους μέ τό νά μή λέγουν εὐλόγησον (συγχώρησον)», τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς. Ἀληθινή εὐγένεια τῆς ψυχῆς εἶναι ἠ ταπεινοφροσύνη.
«Αὐτό τόν ἴδιο τόν ἀββᾶ Θεόδωρο, ρώτησε κάποιος ἀδελφός: – Θέλω νά ἐκτελέσω τίς ἐντολές». Τί πρέπει νά κάνω; Πῶς νά τηρήσω τίς ἐντολές; «Ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος τοῦ ἀπάντησε: κάποτε καί ὁ ἀββᾶς Θωμᾶς εἶπε ‘θέλω νά ἐκπληρώσω τόν λογισμό μου, ὅπως θέλει ὁ Θεός’». Βλέπετε; Δέν ἀπαντάει μέ δικά του λόγια. Τοῦ λέει τί ἔγινε, τί εἶπε, τί συνέβη σ’ ἕναν ἄλλον Γέροντα. Ἔτσι εἶναι οἱ ἅγιοι. Πολύ-πολύ πρακτικοί, πολύ-πολύ ταπεινοί, δέν λένε δικά τους. Πατᾶνε, εἶναι ἑπόμενοι, στούς ἁγίους Πατέρες. Ἀληθινά ταπεινός εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος δέν λέει δικά του λόγια, δικές του σκέψεις, γιατί δέν ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του. Πάντα λέει αὐτά πού λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες.
Γι’ αὐτό καί μία Σύνοδος εἶναι Ὀρθόδοξη, ὅταν εἶναι ἑπόμενη στίς προηγούμενες Συνόδους. Εἶναι ἕνα κριτήριο αὐτό. Αὐτή ἡ ψευδοσύνοδος τώρα πού ἔγινε στήν Κρήτη, γιά νά γίνουμε καί λίγο ἐπίκαιροι, ἐπειδή δέν ἐπικύρωσε τίς προηγούμενες Συνόδους – οὔτε κἄν διάβασαν τά Πρακτικά τῶν προηγούμενων Συνόδων -, γι’ αὐτό καί μόνο δέν εἶναι Σύνοδος. Καί μόνο αὐτό εἶναι ἀρκετό. Δέν εἶναι ἑπόμενη, δέν ἀκολουθεῖ δηλαδή τούς ἁγίους Πατέρες τῶν προηγουμένων Συνόδων. Γιατί, ὅλες οἱ Σύνοδοι οἱ Ὀρθόδοξες ἐπικύρωναν τίς προηγούμενες. Ἡ 7η δηλαδή ἐπικύρωνε τήν 6η καί ὅλες τίς προηγούμενες. Ἡ 6η τήν 5η καί ὅλες τίς προηγούμενες. Ἡ 5η τήν 4η καί ὅλες τίς προηγούμενες…. Καί γιά αὐτό καί εἶναι ὄντως ὀρθόδοξες. Ἔτσι κι ἕνας ἅγιος, ἕνας Πατέρας, ἕνας ὁποιοσδήποτε ἱερέας. Πολλές φορές ἀκοῦτε κάτι καί μοῦ τό λέτε «ὁ πάτερ τάδε εἶπε αὐτό.. ὁ δεσπότης εἶπε αὐτό… ὁ Πατριάρχης εἶπε αὐτό….». Καί ἐπειδή; Ρώτησε τόν πατέρα αὐτόν, τόν δεσπότη, τόν Πατριάρχη: αὐτά πού λές πάτερ, ποιός ἅγιος τά λέει; Ποῦ εἶναι γραμμένα; Τά ἔχουμε πουθενά στήν Παράδοσή μας; Ἄν εἶναι ὄντως ὀρθόδοξος, θά σᾶς πεῖ, ναί ὑπάρχει ἐκεῖ. Ἄν, ὅμως, εἶναι δικά του, δέν θά ἔχει νά σᾶς πεῖ τίποτα. Κι ἀπό κεῖ καταλαβαίνει κανείς, ἄν ἕνας πατέρας εἶναι ὀρθόδοξος καί αὐτά πού λέει εἶναι ὀρθόδοξα. Σᾶς δίνω τώρα ἕνα κλειδί, γιά νά ἔχετε μία στοιχειώδη διάκριση καί νά μήν μπερδεύεστε. Γιατί, σήμερα κυκλοφοροῦν πολλοί ψευδοπροφῆτες καί ψευδοδιδάσκαλοι καί μέσα στόν κλῆρο δυστυχῶς. Καί πρέπει νά ἔχουμε κριτήρια. Τά κριτήρια εἶναι οἱ ἅγιοι Πατέρες, τό τί λέει ἡ Ἐκκλησία δηλαδή διαχρονικά μέσα στά 2000 χρόνια πού ὑπάρχει ἐδῶ στή γῆ.
Ὁ ταπεινός λοιπόν ἀββᾶς δέν λέει τίποτα δικό του. Ἀρχίζει καί λέει γιά ἕναν ἄλλο ἀββᾶ, τόν ἀββᾶ Θωμᾶ. «Κάποτε λοιπόν ὁ ἀββᾶς Θωμᾶς εἶπε: θέλω νά ἐκπληρώσω τόν λογισμό μου, ὅπως θέλει ὁ Θεός». Ἴδιο πρόβλημα εἶχε κι ἐκεῖνος, μ΄ αὐτό πού ρωτάει τώρα ἐδῶ ὁ ἀδελφός τόν ἀββᾶ Θεόδωρο. Ἀμέσως λοιπόν μετέβη στόν φοῦρνο καί ἔψησε ψωμιά. Ὅταν δέ τοῦ ζήτησαν οἱ φτωχοί ψωμί, τά ἔδωσε ὅλα. Ὅταν δέ ἄλλοι φτωχοί τοῦ ζήτησαν ψωμί, τούς ἔδωσε τά κοφίνια». Δέν εἶχε πλέον ψωμιά, τά εἶχε δώσει. Εἶχε μόνο κοφίνια. Τούς τά ’δωσε καί τά κοφίνια πού βάζουν μέσα τά ψωμιά «καί τό φόρεμα πού φοροῦσε καί εἰσῆλθε στό κελλί του μόνο μέ τό μαφόριο». Ἕνα ἔνδυμα πλατύ πού φοροῦσαν καί τό ἔριχναν στούς ὤμους τους σάν κάπα. «Καί μετά ἀπ’ αὐτή τήν ἐλεημοσύνη», πού δέν τοῦ ἔμεινε τίποτα δηλαδή, «κατηγοροῦσε πάλι τόν ἑαυτό του. Δέν ξεπλήρωσα ὅπως ἔπρεπε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ». Ἐνῶ, τά εἶχε δώσει ὅλα. Μ’ αὐτό τό πρακτικό παράδειγμα τοῦ ἔδωσε νά καταλάβει τοῦ ἐρωτῶντος μοναχοῦ ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος τί σημαίνει νά ἐκτελέσω τίς ἐντολές.
Σέ τελευταία ἀνάλυση, δέν μποροῦμε νά ἐκτελέσουμε τίς ἐντολές καί ὁ σωστός δρόμος εἶναι νά πῶ ὅτι δέν μπορῶ νά τίς ἐκτελέσω. Δέν ἔχουμε δύναμη νά τηρήσουμε τίς ἐντολές παρά μόνο, ἄν μᾶς τή δώσει ὁ Θεός. Γι’ αὐτό τόν λόγο χρειάζεται καί ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Μόνο μ’ αὐτή τήν ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους φτάνει ὁ ἄνθρωπος κάπως νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.
«Ἕνας μοναχός εἶπε στόν ἀββᾶ Θεόδωρο: εἰπέ μου μιά λέξη παρηγοριᾶς, γιατί χάνομαι. Καί τότε μέ κόπο τοῦ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος: ἐγώ χάνομαι καί τί μπορῶ νά πῶ σέ σένα;». Ἐγώ ὁ ἴδιος ἔχω ἀνάγκη ἀπό σωτηρία. Δέν ἔχω τί νά πῶ σέ σένα, ἀφοῦ ἐγώ ὁ ἴδιος εἶμαι μέσα στό πέλαγος καί κινδυνεύω.
«Κάποτε ὁ μακάριος Θεόφιλος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἦρθε στό ὄρος τῆς Νιτρίας. Τόν ἐπισκέφτηκε δέ καί ὁ πνευματικός πατήρ τῶν ἀσκητῶν τῆς περιοχῆς τῆς Νιτρίας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος λέγει τότε πρός αὐτόν: πάτερ, τί περισσότερο βρῆκες σ’ αὐτό τόν δρόμο τῆς ἄσκησης;». Γιατί πῆγες στήν ἄσκηση; Δέν εἶναι ἀρκετό νά εἶσαι χριστιανός, ὅπως εἶμαι κι ἐγώ, μέσα στήν πόλη, στόν κόσμο; Τί περισσότερο βρῆκες στήν ἔρημο; «Τό νά θεωροῦμε πάντοτε τόν ἑαυτό μας αἴτιο σέ ὅλα καί νά αὐτοκατηγορούμεθα». Αὐτό εἶναι, λέει, τό περισσότερο πού βρῆκα στήν ἔρημο. «Πράγματι, εἶπε καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, δέν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος ἀπ’ αὐτόν». Ἄν θέλεις νά βρεῖς τόν Θεό, ὁ δρόμος εἶναι νά κατηγορεῖς σέ ὅλα τόν ἑαυτό σου.
Γι’ αὐτό κι ἕνας ἄλλος ἀββᾶς ἔλεγε, ὅτι σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἄφησαν τόν εὔκολο δρόμο, τό νά κατηγοροῦν τόν ἑαυτό τους καί διάλεξαν τόν δύσκολο δρόμο. Ποιόν; Τό νά δικαιώνουν τόν ἑαυτό τους, νά δικαιολογοῦν τόν ἑαυτό τους. Αὐτός εἶναι ὁ δύσκολος δρόμος. Θέλεις νά περάσεις εὔκολα τή ζωή σου; Νά κατηγορεῖς σέ ὅλα τόν ἑαυτό σου. Ἄν προσπαθεῖς νά δικαιώνεσαι μπροστά στούς ἀνθρώπους, διάλεξες τόν δύσκολο δρόμο καί δέν θά τά καταφέρεις. Οὔτε σ’ αὐτή τή ζωή θά καταφέρεις νά διακαιωθεῖς οὔτε στήν ἄλλη.
«Ὅταν κάποτε ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεόφιλος ἦρθε στήν Σκήτη, συγκεντρώθηκαν οἱ ἀδελφοί γιά νά τόν δοῦν. Μερικοί τότε ἀδελφοί εἶπαν στόν ἀββᾶ Παμβῶ (σπουδαῖος, μεγάλος Γέροντας) «εἰπέ πάτερ ἕναν διδακτικό λόγο στόν Πατριάρχη». Ἅγιος εἶσαι. Πές ἕναν διδακτικό λόγο στόν Πατριάρχη, γιά νά ὠφεληθεῖ. Σ’ αὐτούς ὁ Γέροντας ἀπάντησε: «ἐάν δέν ὠφελεῖται ἀπό τήν σιωπή μου, οὔτε μέ τόν λόγο μου θά ὠφεληθεῖ». Ἡ μεγαλύτερη διδασκαλία εἶναι ἡ σιωπή, ἡ ταπεινοφροσύνη.
«Ἡ Γερόντισσα Θεοδώρα ἔλεγε (πολύ σπουδαῖο κι αὐτό): οὔτε ἄσκησις, οὔτε κακουχία, οὔτε οἱ διάφοροι κόποι σώζουν τόν ἄνθρωπο ἐκτός ἀπό τήν γνήσια ταπεινοφροσύνη». Πολλοί ξεθαρεύουν μέ τήν νηστεία πού κάνουν. Βασίζονται στή νηστεία καί νομίζουν ὅτι κάνουν κάτι πολύ σπουδαῖο. Μπορεῖ νά καυχῶνται κιόλας: – Πάτερ, τά κατάφερα αὐτή τή Σαρακοστή νήστεψα καί ἔκανα καί τριήμερο καί δεύτερο τριήμερο κ.λ.π. Δέν εἶναι τίποτα αὐτό, ἄν δέν ὑπάρχει γνήσια ταπεινοφροσύνη, ἄν δέν ἔχεις ἀγαπήσει τήν ἐξουθένωση, τήν προσβολή, τήν ἀτίμωση ἀκόμα πού σοῦ κάνει ὁ ἄλλος, τό νά γίνεσαι χῶμα γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ.
«Διηγεῖτο δέ καί τό ἑξῆς (ἡ ἀμμᾶ Θεοδώρα): ὑπῆρχε κάποιος ἀναχωρητής πού ἐξεδίωκε τούς δαίμονες». Εἶχε φτάσει σέ τέτοια μέτρα πνευματικά πού τόν ἔτρεμαν οἱ δαίμονες.. τούς ἔδιωχνε ἀπό τούς ἀνθρώπους. «Αὐτός προηγουμένως (πρίν τά διώξει τά δαιμόνια) τά ἐξέταζε καί τά ρωτοῦσε: – Μέ ποιά δύναμη ἐξέρχεσθε ἀπ’ τόν ἄνθρωπο;». Τί εἶναι αὐτό πού σᾶς διώχνει; «Μέ νηστεία; Ὄχι, ἀπαντοῦσαν, ἐμεῖς οὔτε τρῶμε, οὔτε πίνουμε. Μέ ἀγρυπνία; ρωτοῦσε πάλι ὁ Γέροντας; Ὄχι, ἀπαντοῦσαν, ἐμεῖς καθόλου δέν κοιμόμαστε. Ἄρα δέν φοβόμαστε οὔτε αὐτούς πού νηστεύουν, οὔτε αὐτούς πού ἀγρυπνοῦν. Ἐμεῖς κάνουμε περισσότερα ἀπ’ αὐτούς. Μήπως φεύγετε διά τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ πάσχοντος ἐκ τοῦ κόσμου;». Τρέμετε τούς ἀναχωρητές, δηλαδή, πού ἀφήνουν τόν κόσμο καί πᾶνε στήν ἔρημο; Ὄχι, ἀπαντοῦσαν, ἐμεῖς ζοῦμε στίς ἐρήμους». Ὁ ἀναχωρητής πάει στό Ἅγιον Ὄρος 20-25 χρόνια.. ἐμεῖς πάντα εἴμαστε στήν ἔρημο! Δέν ξεπερνάει δηλαδή ἡ ἀνθρώπινη ἄσκηση τήν «ἄσκηση» τῶν δαιμόνων. «Ἐπειδή δέ ὁ Γέροντας ἐπέμενε καί ἔλεγε μέ ποιόν τρόπο λοιπόν ἐξέρχεσθε;». Τί εἶναι αὐτό πού σᾶς διώχνει; «Τό δαιμόνιο ὁμολόγησε: τίποτα δέν μᾶς νικᾶ παρά μόνο ἡ ταπεινοφροσύνη». Αὐτό εἶναι πού δέν μπορεῖ ὁ διάβολος, δέν ἀντέχει, τήν ἀληθινή ταπεινοφροσύνη.
Μέ ρωτᾶνε πολλοί, πολλές γυναῖκες: – Πῶς θά βοηθήσω πάτερ τόν σύζυγό μου, τά παιδιά μου πού ἔχουν πάρει τόν κακό δρόμο; Γιά νά βοηθήσεις τά παιδιά σου καί τόν σύζυγό σου, πρέπει νά διώξεις τούς δαίμονες πού τά ἔχουν κυριέψει. Πῶς φεύγει ὁ δαίμονας; Μέ τήν γνήσια ταπεινοφροσύνη. Πόσο ταπεινή εἶσαι ἐσύ ἀπέναντι στόν σύζυγό σου; Πόσο δέχεσαι τίς προσβολές πού σοῦ κάνει, τά λόγια πού σοῦ λέει; Ἄν εἶσαι ταπεινή, θά διώξεις τόν δαίμονα πού τόν ἔχει κυριέψει καί θά κερδίσεις τόν σύζυγο καί τά παιδιά σου. Ἄν εἶσαι ὑπερήφανη, ὅμως, καί προσπαθεῖς μέ ἄλλους τρόπους τάχατες νά τούς σώσεις καί νά τούς βοηθήσεις, τίποτα δέν θά κάνεις.
«Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός εἶπε ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εὑρίσκονται πάνω ἀπό ὅλες τίς ἀρετές. Εἶπε πάλι ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός (κι αὐτό εἶναι πολύ ὡραῖο). Ποιός ἐπώλησε τόν Ἰωσήφ;». Τόν πάγκαλο Ἰωσήφ, πού ξέρετε ὅτι τά ἀδέλφια του τόν πούλησαν στούς Αἰγυπτίους. Ἤθελαν νά τόν σκοτώσουν, ἀλλά παρενέβη ὁ μεγαλύτερος καί λέει, ἀντί νά τόν σκοτώσουμε δέν τόν πουλᾶμε; Ἔτσι σώθηκε ἡ ζωή τοῦ Ἰωσήφ. «Καί ἀπαντᾶνε αὐτοί: οἱ ἀδελφοί του τόν πούλησαν. Ὄχι, ἀπαντάει ὁ Γέροντας, ἡ ταπείνωσή του τόν πούλησε». Γιατί μποροῦσε, ὅταν ἐπωλεῖτο, νά πεῖ στούς ἀδελφούς του «εἶμαι ἀδελφός σας» καί νά ἀντιμιλήσει σ’ αὐτούς. Νά πεῖ καί στούς ἐμπόρους «εἶμαι ἀδελφός τους, δέν εἶμαι δοῦλος τους, μή δέχεστε αὐτό πού κάνουν». Καί νά μήν γίνει ἡ ἀγοραπωλησία. Δέν εἶπε τίποτα. Σιώπησε. Σκέπασε τούς ἀδελφούς του, τούς κάλυψε μπροστά στούς ἐμπόρους, μπροστά στό καραβάνι τῶν Αἰγυπτίων πού περνοῦσε ἐκείνη τήν ὥρα. «Δέν εἶπε τίποτε καί διά τῆς ταπεινώσεώς του ἐπώλησε τόν ἑαυτό του». Θά πεῖς: – Μά δέν εἶναι ἀνοησία αὐτό; Δέν εἶναι χαζομάρα; Ὄχι, ἤξερε τί ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωσήφ. Ἔλεγε, ἐγώ ἀφήνομαι στόν Θεό, δέν θέλω νά στενοχωρήσω καί νά θίξω σέ τίποτα τούς ἀδελφούς μου, νά τούς ξεμπροστιάσω. Τούς κάλυψε καί προτίμησε νά ἀφεθεῖ σέ μιά ἄγνωστη περιπέτεια, ὅπου τόν πάει ὁ Θεός, παρά νά γίνει ἀφορμή νά ἐκτεθοῦν οἱ ἀδελφοί του. «Πλήν, ὅμως, καί ἡ ταπείνωσή του τόν κατέστησε ἄρχοντα στήν Αἴγυπτο». Βλέπετε, ὁ ταπεινός εἶναι ὁ κερδισμένος, αὐτός παίρνει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Τελικά ὁ νικητής εἶναι ὁ ταπεινός.
Θέλεις πραγματικά ν’ ἀνέβεις; Πρέπει νά κατεβαίνεις. Συνέχεια νά κατεβαίνεις. Θά σέ ἀνεβάσει ὁ Θεός, ὅταν πρέπει. Λέει, πολύ ὡραῖα, ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος «ὅσο φεύγεις τήν δόξα, τόσο σέ κυνηγάει ἡ δόξα». Ὅσο κυνηγᾶς τήν δόξα, τόσο φεύγει. Βλέπετε, ἄνθρωποι πού πασχίζουν ν’ ἀνέβουν, νά ἀνέλθουν κοινωνικά, ἀκόμα καί σέ ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα κ.λ.π. τίποτα δέν καταφέρνουν. Κι ἄλλοι πού δέν ἀγωνίζονται καθόλου, γιατί δέν θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ἄξιο, τούς ἀνεβάζει ὁ Θεός. Ἡ ταπείνωση, λοιπόν, εἶναι αὐτή πού ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο.
«Ἄλλοτε πάλι ὁ ἴδιος, (ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κολοβός) εἶπε: ἀφήσαμε τό ἐλαφρό φορτίο, δηλαδή τό νά μεμφόμαστε τόν ἑαυτό μας, νά κατηγοροῦμε τόν ἑαυτό μας καί σηκώσαμε τό βαρύτερο, τό νά δικαιολογοῦμε τόν ἑαυτό μας». Αὐτό πού ἔκανε ἡ Εὔα καί ὁ Ἀδάμ στόν Παράδεισο. Καί μετά τί ἔγινε; Ἔχασαν τόν Παράδεισο. Ἐνῶ, ἄν ἔλεγαν: Θεέ μου, «ἡμάρτομεν, ἠδικήσαμεν, ἠνομήσαμεν» (Δαν. 9,5), συγχώρεσέ μας, δέν θά ἔχαναν τόν Παράδεισο, δέν θά περνοῦσαν ὅλη αὐτή τήν ταλαιπωρία… καί ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα πού ἦρθε μετά ἀπό αὐτούς. Βλέπετε τί μεγάλη ζημιά κάνει τό νά θέλεις νά δικαιώνεις τόν ἑαυτό σου; Στόν ἑαυτό σου κάνεις ζημιά μέ τό νά θέλεις νά δικαιολογεῖσαι. Τό ἐλαφρύ φορτίο εἶναι νά παραδέχεσαι τό σφάλμα σου καί νά κατακρίνεις τόν ἑαυτό σου σέ ὅλα. Γι’ αὐτό λένε οἱ ἅγιοι, ἀκόμα κι ὅταν δέν φταῖς καί σέ κατηγοροῦν ἄδικα καί τότε ἀκόμα νά βάζεις μετάνοια, νά πεῖς «συγχωρέστε με». Θά πεῖς: δέν λέω ψέματα ἐκείνη τήν ὥρα; Ὄχι, δέν λές ψέματα, γιατί φταῖς σέ ἄλλα πράγματα. Κι ἄν δέν φταῖς στό συγκεκριμένο, φταῖς ἀλλοῦ καί μέσω ἄλλων πληρώνουμε ἄλλα πράγματα. «Ἐν ἄλλοις πταίομεν, καί ἐν ἄλλοις παιδευόμεθα». Λέει ἐπίσης πολύ ὡραῖα ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος «ἐάν ὁ ταπεινόφρων ἀδικεῖται, δέν ἀντιστέκεται, οὔτε προσπαθεῖ νά πείσει τούς ἀνθρώπους ὅτι ἀδικεῖται, ἀλλά ποιεῖ μετάνοια, καί πορεύεται». Βάζει μετάνοια καί συνεχίζει τόν ἀγῶνα του τόν πνευματικό. Οὔτε ταράζεται, οὔτε προσπαθεῖ νά δικαιώσει τόν ἑαυτό του, «Γιατί μέ ἀδικεῖτε; Τί σᾶς ἔκανα;» τίποτε… μάταια πράγματα… «μέ κατηγορεῖτε ἄδικα»… Ἐντάξει, συγχωρέστε με, φταίω ναί. Μόνο αὐτό ἔχω κάνει; Πολύ περισσότερα ἀπό αὐτά πού λέτε. Καί δέν λέει ψέματα, γιατί ὄντως ἔχουμε φταίξει σέ πάρα πολλά καί παραχωρεῖ ὁ Θεός ἀλλοῦ νά φταῖμε καί ἀλλοῦ νά πληρώνουμε.
«Ἕνας ἀπό τούς Πατέρες εἶπε γιά τόν ἀββᾶ Ἰωάννη ὅτι μέ τήν ταπείνωσή του κατόρθωσε νά κρεμάσει ὁλόκληρη τήν Σκήτη ἀπό τό μικρό του δάκτυλο». Δηλαδή τόση χάρη πῆρε ἀπό τόν Θεό πού ἐπηρέαζε ὁλόκληρη τήν Σκήτη. Γιατί, ὁ χαριτωμένος, ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, ἑλκύει τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί δέν βοηθάει μόνο τόν ἑαυτό του καί δέν ἐπηρεάζει μόνο τήν δική του πνευματική κατάσταση πρός τό καλό, ἀλλά καί ὁλόκληρη ὁμάδα ἀνθρώπων. Ὅσο πιό ταπεινός, τόσο πιό χαριτωμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιό πολύ βοηθάει καί τούς ἄλλους. Οἱ πιό μεγάλοι ἅγιοι εἶναι οἱ πιό ταπεινοί.
Εἶναι πάντως πολύ σημαντικό αὐτό… θυμᾶμαι καί ἕναν σύγχρονο Γέροντα στό Ἅγιο Ὄρος πού τόν ρώτησα: – Πῶς μποροῦμε νά γίνουμε ταπεινοί; Καί μοῦ εἶπε ἀκριβῶς αὐτό: Ὅταν κατηγοροῦμε τόν ἑαυτό μας. Ἄς τό κρατήσουμε… νά τό ἔχετε κι ἐσεῖς κατά νοῦ. Νά διαλέγουμε τό ἐλαφρό φορτίο. Δυστυχῶς μαθαίνουμε ἀπό μικροί νά σηκώνουμε τό βαρύ φορτίο. Ποιό εἶναι τό βαρύ φορτίο; Νά δικαιώνουμε τόν ἑαυτό μας. Νά ψάχνουμε δικαιολογίες… πῶς θά τό ποῦμε, γιά νά πείσουμε τόν ἄλλον ὅτι ἔχουμε δίκαιο. Πῶς νά μαγειρέψουμε τά γεγονότα πολλές φορές -ἴσως ποῦμε καί ψέματα- γιά νά φανοῦμε ὅτι εἴμαστε ἐντάξει. Ἐνῶ, βλέπετε οἱ ἅγιοι καθόλου δέν ἔπασχαν, καί ἄδικα νά κατηγοροῦνταν, ἔλεγαν συγχωρέστε με. «Καί ἐάν κολληθεῖ ὁ οὐρανός στή γῆ, ὁ ταπεινόφρων οὐ θροεῖται. Καί ἐάν ἀδικηθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους, οὐ μεριμνᾶ πεῖσαι τούς ἀνθρώπους ὅτι ἠδικήθη, ἀλλά ποιεῖ μετάνοια», αὐτό ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος. Ὁ ταπεινόφρων δέν θροεῖται, δέν ταράζεται οὔτε κατ’ ἐλάχιστον. Τό θρόισμα εἶναι αὐτό πού κάνουν τά φύλλα, ὅταν περνάει ἕνα λεπτό ἀεράκι ἀνάμεσά τους. Οὔτε αὐτό παθαίνει ὁ ταπεινόφρων, ὅταν ἀδικεῖται. Ἀλλά τί κάνει; Βάζει μετάνοια. Δέν μεριμνᾶ, δέν μπαίνει στήν ἀγωνία νά πείσει τους ἄλλους, μέ ἀδικεῖτε, γιατί τό κάνετε κ.λ.π. Βάζει μετάνοια καί συνεχίζει εἰρηνικά τόν δρόμο του. Νά ἡ ἡσυχία, νά ἡ ἄσκηση, νά ποῦ βοηθᾶνε οἱ ἀσκητικοί Πατέρες. Ἄν τό κάναμε αὐτό ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δέν θά ὑπῆρχε μιά ἀδιατάρακτη ἠρεμία στήν ψυχή μας, πού εἶναι καί ἡ ὑγεία; Αὐτή εἶναι ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας.
Σήμερα, ποῦ νά βρεῖς ἄνθρωπο εἰρηνικό; Ὅλοι εἶναι ταραγμένοι. Ὅλοι εἶναι μέσα στό ἄγχος, μέσα στή σύγχυση, μέσα στό μπέρδεμα, μέσα στήν ἀγωνία καί παίρνουν χάπια γιά νά ἠρεμήσουν καί ὑπνωτικά γιά νά κοιμηθοῦν. Νά παίρνεις αὐτά… τούς ἁγίους, νά δεῖς πῶς θά ἠρεμήσεις! Νά ἡ θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας. Νά ἡ ἀξία τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτό εἶναι Ὀρθοδοξία. Ὀρθοδοξία εἶναι θεραπευτική τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, τῆς ὅλης ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Εἶναι ἡ θεραπευτική πού ἔφερε ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό ὅλοι οἱ αἱρετικοί πολεμᾶνε τούς ἀσκητές, πολεμᾶνε τούς μοναχούς, πολεμᾶνε τά μοναστήρια. Εἶναι στοχευμένο αὐτό. Ξέρουν πολύ καλά τί κάνουν, γιατί στά μοναστήρια, στούς ἀσκητές, διασώζεται ἡ θεραπευτική τοῦ Χριστοῦ καί οἱ αἱρετικοί καί ὅλοι οἱ ἀντίχριστοι δέν θέλουν θεραπευμένους ἀνθρώπους. Θέλουν ἀνθρώπους ἀθεράπευτους, ἄρρωστους, οἱ ὁποῖοι ἄρρωστοι ἄνθρωποι εἶναι καί χειραγωγήσιμοι, εἶναι εὔχρηστοι σ’ αὐτούς, τούς κάνουν ὅ,τι θέλουν. Ἐνῶ ἕναν θεραπευμένο ἄνθρωπο δέν μπορεῖς νά τόν κάνεις ὅ,τι θέλεις, γιατί αὐτός δέν κάνει ὑπακοή σέ κανέναν, κάνει ὑπακοή μόνο στόν Χριστό. Εἶναι ἕνας ἀληθινός ἀντάρτης γιά αὐτούς. Δέν τούς θέλουν τέτοιους ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό καί ἡ νέα τάξη πραγμάτων θά πολεμήσει ἀβυσσαλέα τά μοναστήρια καί τόν μοναχισμό, τόν ὀρθόδοξο μοναχισμό. Δέν θέλουν θεραπευμένους ἀνθρώπους, θέλουν ἀνθρώπους εἵλωτες, ἀνθρώπους ὑποταγμένους, ἀνθρώπους χειραγωγήσιμους. Γι’ αὐτό προωθοῦν καί τήν ὁμοφυλοφιλία καί ὅλες αὐτές τίς διαστροφές.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ἐρ. : …………..
Ἀπ. : Ὅταν ἀδικοῦνται ἄλλοι, ὀφείλουμε νά ὑπερασπιστοῦμε. Εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ θυμός ὁ ἀναμάρτητος. Αὐτό πού λέει ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ «ὀργίζεσθε καί μή ἁμαρτάνετε» (Ψαλμ. 4,5). Πότε ὀργιζόμαστε καί δέν ἁμαρτάνουμε; Ὅταν ὀργιζόμαστε ὑπερασπιζόμενοι τόν Θεό ἤ τούς ἀδελφούς μας. Τότε ὀφείλουμε νά ὑπερασπιστοῦμε τούς ἄλλους, ὄχι ἐμᾶς. Ἐμᾶς, ὅταν ἀδικούμαστε, δέν πρέπει νά μᾶς ὑπερασπιζόμαστε.
Ἐρ. : Δύσκολο…
Ἀπ. : Ὄχι, εἶναι εὔκολο. Σᾶς εἶπα τό εὔκολο φορτίο εἶναι αὐτό. Μᾶς ἔχει μάθει ὁ κόσμος, τό κοσμικό πνεῦμα, ὅτι εἶναι δύσκολο. Καί διαλέγουμε τό δύσκολο φορτίο. Ὅταν θυμώνεις εἶναι τό δύσκολο. Ὅταν θυμώνεις, νιώθεις καλά; Συνταράζεσαι ὁλόκληρος καί τό σῶμα σου τρέμει. Χαλιέσαι ὁλόκληρος. Ὅλος ὁ ὀργανισμός δυσλειτουργεῖ. Ἡ καρδιά κοντεύει νά σπάσει, τό αἷμα ἀνεβαίνει στό κεφάλι, μπορεῖ νά πάθεις καί κανένα ἐγκεφαλικό… Ἔτσι δέν εἶναι; Ἀπό τούς θυμούς παθαίνουν οἱ ἄνθρωποι τά ἐγκεφαλικά καί τά καρδιακά. Κι ὅμως ἐπιμένουν… τό δίκαιο μου! Σιγά βρέ παιδί μου σέ πνίγει τό δίκαιο σου… Σέ πνίγει ἡ κακία σου, ἡ ὑπερηφάνειά σου! Αὐτό σέ πνίγει!
Ἐρ. : …………..
Ἀπ. : Θά τό ἔχουμε στόν νοῦ μας. Ἔχουμε τόσα παραδείγματα. Πολλές φορές ἔχω πεῖ τό παράδειγμα μέ τόν Ἅγιο Ἐφραίμ πού τόν ἔβαλαν ἄδικα στή φυλακή καί παραπονιόταν «Θεέ μου, γιατί;» καί τοῦ εἶπε «Ξέρω ὅτι ἄδικα σέ ἔβαλαν φυλακή, ἀλλά θυμᾶσαι τότε πού ἔφυγε τό ζῶο σου καί πῆγε στούς ξένους κήπους καί τά ἔκανε ὅλα ἄνω-κάτω; Γιά ἐκεῖνο πληρώνεις αὐτό». Ἄσχετα πράγματα… Κι ὅμως ἔτσι λειτουργεῖ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ξέρετε λειτουργεῖ μέ μεγάλη-μεγάλη ἀκρίβεια! Μέ μεγάλη ἀκρίβεια! Εἶναι μιά πνευματική γνώση αὐτό καί πρέπει νά τό γνωρίζουμε. Τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή.
Γι’ αὐτό, πρωτίστως, πρέπει νά ἐρχόμαστε στίς συνάξεις νά μαθαίνουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές τό ἔχω πεῖ. Δέν πρέπει νά λείπουμε ἀπό τίς συνάξεις, εἶναι λόγος Θεοῦ, εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ: Νά μήν ἐγκαταλείπετε οἱ χριστιανοί τήν σύναξη τῆς Ἐκκλησίας. Κι ὅταν λέμε σύναξη τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἐννοοῦμε μόνο τήν Θεία Λειτουργία, ἐννοοῦμε καί τό κήρυγμα. Γιατί, ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς δέν γίνεται μόνο στήν Θεία Λειτουργία ἤ μόνο στήν ἐξομολόγηση ἤ μόνο στά μυστήρια, γίνεται καί στήν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Νά τώρα αὐτά πού εἴπαμε εἶναι θεραπεία. Λειτουργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα τώρα μέσα στίς ψυχές μας καί σέ μένα πού τά λέω καί σέ σᾶς πού τά ἀκοῦτε. Σέ ὅποιον εἶναι δεκτικός βέβαια. Μπορεῖ ὁ ἄλλος νά κάθεται καί νά ἔχει γυρίσει διακόπτη… νά κοιμᾶται…. Λέω γιά αὐτούς πού τά δέχονται. Λειτουργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί θεραπεύεσαι αὐτή τήν ὥρα. Σέ πρώτη φάση γνωρίζεις, ἔστω ἐγκεφαλικά, τήν ἀλήθεια. Ἔχει σημασία νά γνωρίζεις τήν ἀλήθεια, νά γνωρίζεις τί λέει ὁ Θεός. Ἔστω ἐγκεφαλικά… Μετά ἀπό αὐτή τήν ἐγκεφαλική γνώση θά μπεῖς καί στήν διαδικασία νά τό τηρήσεις. Ἄν δέν τό γνωρίζεις, τί θά τηρήσεις; Ἀφοῦ δέν ξέρεις κἄν τήν θεραπευτική ὁδηγία. Μέ τό πού πῆγες στόν γιατρό θεραπεύτηκες; Ὄχι, πρῶτα θά ἀκούσεις τήν διάγνωση καί μετά θά ἀκούσεις καί τήν θεραπεία, ποιά εἶναι τά φάρμακα. Ἄν δέν ἀκούσεις κἄν τά φάρμακα, πῶς θά θεραπευτεῖς; Μόνο πού πῆγες, δέν φτάνει. Καί μέ τό πού τά ἄκουσες, θεραπεύτηκες; Ὄχι, πρέπει καί νά τά πάρεις. Νά πᾶς στό φαρμακεῖο, νά τά πάρεις, νά τά καταπιεῖς… νά μπεῖς σέ ὅλη αὐτή τήν διαδικασία.
Ἔτσι εἶναι καί ὅλη αὐτή ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ξεκινᾶμε μ’ αὐτό, τουλάχιστον νά γνωρίζουμε. Σήμερα, δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἄγνοια τοῦ τί λέει ὁ Θεός. Ἀγνοοῦμε στοιχειώδη βασικά πράγματα, γι’ αὐτό καί ὑποφέρουμε. Τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ δηλαδή πού εἶναι θεραπευτικές. Ὅλες οἱ ἐντολές εἶναι θεραπευτικές. Ξέρετε ἀπό πόσες δυστυχίες θά γλιτώναμε, ἄν τηρούσαμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ; Ἀπό πόσα βάσανα…; Ἀπό ὅλα τά βάσανα! Γιατί, ὅλα αὐτά πού περνᾶμε, σέ τελική ἀνάλυση, εἶναι ἀποτελέσματα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Σπάνιο εἶναι αὐτό πού συνέβη στόν Ἰώβ, νά ἀφήσει ὁ Θεός νά πάθουμε κάτι, γιά νά φανεῖ ἡ ἀρετή μας. Ποιά ἀρετή μας; Ἐδῶ ἔχουμε σχεδόν παντελή ἄγνοια τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό βασανιζόμαστε καί ὑποφέρουμε. Ἄν τηρούσαμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, θά γλιτώναμε ἀπό πολλές-πολλές θλίψεις. Οἱ θλίψεις εἶναι ἀποτελέσματα ἁμαρτιῶν.
Νά πῶ ἕνα παράδειγμα, γιατί τό ἔχω λίγο πρόσφατο. Πόσοι ἄνθρωποι βασανίζονται μέ τήν λεγόμενη σκέψη νά φτιάξουν τήν ζωή τους; Πασχίζουν οἱ ἄνθρωποι οἱ καημένοι νά κάνουν οἰκογένεια. Γιατί; Γιατί ἔχει περάσει στό ὑποσυνείδητο ἀπό τούς «καλούς» γονεῖς καί τήν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα ὅτι σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά παντρευτοῦν. Ποιός σοῦ εἶπε ὅτι σκοπός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά παντρευτεῖ καί νά κάνει οἰκογένεια; Ἀγνοοῦμε στοιχειώδη πράγματα. Βασανιζόμαστε μέ πράγματα πού δέν πρέπει. Σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά θεωθεῖ, ὄχι νά παντρευτεῖ, νά κάνει οἰκογένεια. Καί ἀποτυγχάνουν, γιατί δέν πᾶνε μέ σωστά κριτήρια. Δέν ξέρουν κἄν πῶς θά γίνει αὐτή ἡ σωστή οἰκογένεια καί χωρίζουν καί οἱ ἄλλοι λένε «ξαναφτιάξε τήν ζωή σου..». Ἄντε πάλι! Δεύτερη φορά. Τί λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ; «λέλυσαι ἀπό γυναικός; μή ζήτει γυναῖκα» (Α΄Κορ. 7,27). Χώρισες μιά φορά; Μή ζητᾶς ἄλλη γυναίκα. Μπελά στό κεφάλι σου θά ἔχεις δηλαδή, νά τό ποῦμε ἁπλά. Τό ἴδιο λέει καί γιά τήν γυναίκα. Χώρισες ἀπό τόν ἄνδρα; Μήν ψάχνεις ἄλλον ἄνδρα. Ὄχι, λέει ὁ ἄλλος ὁ κοσμικός, νά ξαναφτιάξεις τήν ζωή σου… Ξέρετε τί ταλαιπωρία ἔχει αὐτό; Καί τό λέει καί ἀλλιῶς ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Τό λέει τό Εὐαγγέλιο, μήν σκανδαλιστεῖτε. «Ἐάν ἀπολελυμένην γαμήσει, μοιχᾶται» (Ματθ. 5,32). Τί θά πεῖ αὐτό; Αὐτός πού παίρνει μιά χωρισμένη, κάνει μοιχεία. Τό ξέρετε ὅτι ὑπάρχει τέτοια ἐντολή τοῦ Θεοῦ; Ἐλάχιστοι ἄνθρωποι τό ξέρουν αὐτό καί παντρεύονται χωρισμένους καί χωρισμένες. Καί μετά ἔχεις τίς συνέπειες, βασανίζεσαι… Καταλάβατε; Καί σοῦ λέει ὁ ἄλλος: ὄχι, νά φτιάξεις τήν ζωή σου. Φτιάξε την… καί ἔχεις μιά ζωή μαύρη. Γιατί, δέν τηροῦμε βασικά πράγματα. Γιατί δέν τά τηροῦμε; Γιατί, δέν τά ξέρουμε κἄν. Δέν πᾶς ποτέ νά ἀκούσεις ἕνα κήρυγμα, δέν μπαίνεις στόν κόπο νά διαβάσεις λίγο τί λέει ὁ κατασκευαστής σου. Γιατί ὁ Θεός εἶναι ὁ κατασκευαστής σου. Ἐνῶ, γιά τό αὐτοκίνητο θά πάρεις τό manual καί θά τό κάνεις φτερό, νά μάθεις καί τήν παραμικρή λεπτομέρεια νά μήν χαλάσεις τό αὐτοκίνητό σου, τό εἴδωλό σου… Γιά ἐκεῖνο γιατί ἐνδιαφέρεσαι νά μάθεις τά πάντα καί γιά τήν ψυχή σου καί γιά τό σῶμα σου δέν ἐνδιαφέρεσαι νά μάθεις πῶς θά λειτουργήσεις τό σῶμα σου καί τήν ψυχή σου;
Δέν εἶναι πολύ λογικά αὐτά πού λέμε; Νά λοιπόν ἡ ἀνάγκη νά μήν ἀφήνουμε τίς συνάξεις, νά μήν ἀφήνουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά μήν ἀφήνουμε τήν ψυχή μας καί τό σῶμα μας, τήν ὕπαρξή μας, σ’ αὐτή τήν ἄγνοια, σ’ αὐτή τήν ἀγνωσία τοῦ πῶς θά λειτουργήσουμε αὐτά τά δῶρα τοῦ Θεοῦ.
Ἐρ. : …………..
Ἀπ. : Νομίζω, ὅτι ἔχει δύο σκέλη ἡ ἐρώτηση. Στό πρῶτο ἡ ἀπάντηση εἶναι αὐτό πού σᾶς λέω τώρα. Ὄντως, γιά ἕναν πού δέν πιστεύει στόν Θεό, ἡ χριστιανική ζωή εἶναι μία βλακεία! Ναί, μιά μωρία! Μιά ἠλιθιότητα… Θά πεῖς «ὁ Χριστός λέει ν’ ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας». Θά σοῦ πεῖ «Τί βλάκας εἶσαι; Τούς ἐχθρούς σου θά ἀγαπᾶς;». Ἔτσι λέει ὁ Χριστός. Θά εὐεργετῶ αὐτούς πού μέ ὑπονομεύουν. Θά σοῦ πεῖ «Δέν πᾶς καλά!». Ἔτσι δέν εἶναι; Γιά τόν κοσμικό εἶσαι τρελός. «Τόν ἐχθρό σου θά ἀγαπᾶς;». Ναί, αὐτό λέει ὁ Χριστός. Ὁπότε, μή μᾶς κάνει ἐντύπωση, ἄν γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου εἴμαστε τρελοί. Τί λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γιά τό κήρυγμα; «Ἕλλησι δέ μωρία» (Α΄Κορ. 1,23). Γιά τούς Ἕλληνες, δηλαδή τούς εἰδωλολάτρες, τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι μωρία, εἶναι ἠλιθιότητα. Ἔτσι εἶναι. Καί ἐμεῖς πού ἀκολουθοῦμε αὐτό τό κήρυγμα εἴμαστε ἠλίθιοι γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου. Δέν πρέπει νά μᾶς κάνει ἐντύπωση ὅ,τι κι ἄν ἀκοῦμε.
Τό δεύτερο σκέλος πού εἴπατε, πῶς ξεχωρίζουμε τό κόμπλεξ κατωτερότητας ἀπό τήν ἀληθινή ταπεινοφροσύνη. Εἶναι πολύ ἁπλό, τό κόμπλεξ κατωτερότητας εἶναι ὑπερηφάνεια. Κρυμμένη ὑπερηφάνεια εἶναι. Αὐτός πού ἔχει κόμπλεξ κατωτερότητας, ἔχει κατάθλιψη. Αὐτό εἶναι τό κόμπλεξ κατωτερότητας. Ἔχει τήν ἰδέα ὅτι εἶναι καλός, ἀλλά δέν τό ἀναγνωρίζουν οἱ ἄλλοι. Δέν ἀναγνωρίζουν τήν καλοσύνη του, τήν ἐξυπνάδα του, τή σπουδαιότητά του καί παθαίνει κατάθλιψη. Ὁ πραγματικά ταπεινόφρων δέν φρονεῖ ὅτι εἶναι καλός ἤ ὅτι ἀξίζει ἤ ὅτι δέν ἀναγνωρίζουν οἱ ἄλλοι τήν μεγάλη του ἀξία, ἀλλά φρονεῖ ἀκριβῶς ὅτι δέν ἀξίζει τίποτα καί αὐτός ποτέ δέν ἔχει κόμπλεξ. Ὅ,τι κι ἄν ἀκούσει, λέει καί λίγα μοῦ λένε, χειρότερα ἔπρεπε νά μοῦ ποῦνε, γιατί δέν ἀξίζω τίποτα, εἶμαι χειρότερος ἀπ’ τό χῶμα. Τό χῶμα δέν τό βάζει κανείς στό κεφάλι του, τό πατάει. Ὁπότε καλά κάνουν καί μένα καί μέ πατᾶνε. Ἔτσι λειτουργεῖ ὁ ταπεινόφρων. Ὁ ἄλλος πού ἔχει κόμπλεξ μέ τό παραμικρό πού θά ἀκούσει παθαίνει κατάθλιψη. «Δέν μ’ ἀγαπάει κανένας, δέν νοιάζεται κανένας..», ὅλο τέτοια ἀκοῦς ἀπό αὐτούς τούς ἀνθρώπους τούς καταθλιπτικούς. Ἐσύ νοιάστηκες ποτέ γιά κανέναν; Νά τόν ρωτήσουμε… Ποτέ δέν σκέφτηκε τούς ἄλλους. Εἶναι ὁ ἐγωιστής. Αὐτός παθαίνει κόμπλεξ κατωτερότητας.
Καί ἔρχεται ἡ ψυχολογία καί σοῦ λέει: ἡ θεραπεία εἶναι νά ἀποκτήσεις αὐτοεκτίμηση. Ἔχεις μειωμένη αὐτοεκτίμηση, γι’ αὐτό τό παθαίνεις αὐτό. Δηλαδή τί; Σοῦ λείπει ἐγωισμός! Χρειάζεσαι ἐνέσεις ἐγωισμοῦ(!) γιά νά γίνεις ὑγιής… Ὁποία διαστροφή!! Ἀντί νά μάθει τόν ἄνθρωπο νά ἀποβάλλει τόν ἐγωισμό, τοῦ λέει πρέπει νά ἀποκτήσεις περισσότερο ἐγωισμό. Εἶσαι πού εἶσαι δηλητηριασμένος, πάρε λίγο ἀκόμα δηλητήριο γιά νά γίνεις καλά… Αὐτή εἶναι ἡ σχιζοφρένεια τῆς σύγχρονης ψυχολογίας καί παιδαγωγικῆς.
Καί βλέπουμε στόν ἀντίποδα τήν ἀληθινή θεραπευτική τοῦ Χριστοῦ πού σοῦ λέει: Θέλεις νά γίνεις καλά; Ταπεινώσου. Ἡ βάση τῆς θεραπείας εἶναι ὁ πρῶτος μακαρισμός «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι» (Ματθ. 5,3). Ὁ Ἅγιος Πορφύριος λέει καί κάτι ἀκόμα: ὁ ταπεινόφρων δέν εἶναι ταπεινολόγος. Πολλοί λένε ταπεινωτικά λόγια γιά τόν ἑαυτό τους «ἐγώ εἶμαι χειρότερος ἀπό ὅλους κλπ». Αὐτός εἶναι κρυμμένος ἐγωιστής. Ὁ ταπεινόφρων ποτέ δέν λέει τέτοια λόγια, ἀλλά ζεῖ στήν πράξη τήν ταπείνωση καί δέχεται τίς ταπεινώσεις πού τοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι. Ὑπάρχει ἕνα πολύ ὡραῖο, νά τό θυμάστε: ταπεινόφρων δέν εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος δέν ἀφήνει τούς ἄλλους νά τόν ἀνεβάζουν, εἶναι αὐτός πού ἀφήνει τούς ἄλλους νά τόν κατεβάζουν. Αὐτός εἶναι ἀληθινά ταπεινόφρων, πού δέν ἀντιδρᾶ, ὅταν οἱ ἄλλοι τόν ταπεινώνουν, τόν ἐξουθενώνουν, τόν ἀδικοῦν. Ὅταν λένε καλά λόγια καί ἐσύ λές δέν εἶναι ἔτσι κ.λ.π. αὐτό μπορεῖ νά εἶναι καί κρυμμένος ἐγωισμός. Ἐκεῖ καλύτερα νά σιωπήσεις καί νά πεῖς μέσα σου «Θεέ μου, ὄχι σέ μένα, σέ Σένα δῶσε δόξα» (Ψαλμ. 113,9). Μήν τό παίζεις δηλαδή ταπεινός. Μή λές ταπεινωτικά γιά τόν ἑαυτό σου, ἀλλά μέσα σου νά ταπεινώνεις τόν ἑαυτό σου, νά αὐτομέμφεσαι πάντοτε καί νά χαίρεσαι ὅταν οἱ ἄλλοι σέ ταπεινώνουν.
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...