Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης
Ὅταν προσευχόμαστε γιά ἀνθρώπους, μερικές φορές πρέπει νά συγκεντρωνόμαστε τόσο πολύ, σά νά πρόκειται μέ τήν προσευχή μας νά διαπεράσουμε ἕνα συμπαγή τοῖχο, τό σκότος τῆς Αἰγύπτου, τῶν παθῶν καί τῆς προσκόλλησης στά ἐγκόσμια. Τόσο πολύ σκληρύνονται σάν πέτρες οἱ ἀνθρώπινες ψυχές ἀπό τά πάθη. Γι᾿ αὐτό μερικές φορές εἶναι δύσκολο νά προσεύχεσαι. Ὅσο ἁπλούστεροι εἶναι οἱ ἄνθρωποι γιά τούς ὁποίους προσεύχεσαι, τόσο πιό εὔκολη καί ἀποτελεσματική εἶναι ἡ προσευχή.**
Ἄν ὁ Θεός δέν εἶχε σαρκωθεῖ, ἄν δέ μᾶς εἶχε κάνει θεϊκούς («κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν), ἄν ὁ ἴδιος δέ μᾶς εἶχε διδάξει μέ τό παράδειγμά Του πῶς νά ζοῦμε, τί νά ἐλπίζουμε καί τί νά προσδοκοῦμε, ἄν δέ μᾶς εἶχε ὑποδείξει μιάν ἄλλη τέλεια καί αἰώνια ζωή, ἄν δέν εἶχε πάθει καί ἀναστηθεῖ «ἐκ νεκρῶν», τότε ἴσως θά εἴχαμε κάποια δικαιολογία γιά νά ζοῦμε ὅπως ζοῦμε, δηλαδή μ᾿ ἕναν τρόπο σαρκικό καί κοσμικό.
















