«Ὁ κλέπτων μηκέτι κλεπτέτω», λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του, στό 4ο κεφάλαιο, 28ο στίχο, καί συνεχίζει «μᾶλλον δέ κοπιάτω ἐργαζόμενος τό ἀγαθόν ταῖς χερσίν, ἵνα ἔχῃ μεταδιδόναι τῷ χρείαν ἔχοντι». Δηλαδή αὐτός πού κλέπτει, ἄς πάψει πλέον νά κλέβει. Ἀντίθετα, νά κοπιάζει ἐργαζόμενος τό ἀγαθό, τό καλό, μέ τά χέρια του, ἔτσι ὥστε νά ἔχει νά δίδει καί σ’ αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη.
Προηγουμένως, μᾶς εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος, «μή δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ», νά μή δίνουμε τόπο στόν διάβολο. Αὐτό τό εἴχαμε ἑρμηνεύσει τήν προηγούμενη φορά καί τώρα εἰδικότερα προχωρεῖ σέ ὑποδείξεις, σέ ἐντολές, πού ἀφοροῦν τήν χριστιανική ζωή, πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεῖ μέσα στόν Χριστό, μέσα στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, νά εἶναι κύτταρο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἑρμηνεύει ὁ Ἅγιος Νικόδημος καί λέει, βλέπεις, ὤ ἀναγνώστα, ποία εἶναι τά μέλη τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τοῦ κακοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου τοῦ μή ἀναγεννημένου, ποιά εἶναι τά μέλη, τά μέρη, τά συστατικά; Ψεῦδος, θυμός, μνησικακία, κλεψία (κλοπή), γιά τά ὁποῖα εἶπε καί προηγουμένως ὁ Ἀπόστολος καί λέγει καί ἐδῶ. Δέν εἶπε δέ ἐκεῖνος πού κλέπτει, ἄς παιδεύεται, ἄς τιμωρεῖται δηλαδή, ἀλλά ἄς παύσει τό κακό, γιατί ἡ παιδεία καί ἡ τιμωρία τῶν κλεπτῶν, αὐτή εἶναι ἔργο τῶν ἐξωτερικῶν κριτῶν, εἶναι ἔργο τῆς Ἀστυνομίας, τοῦ Κράτους, τό δέ νά παύει ὁ κλέπτης ἀπό τήν κλεψία, αὐτό εἶναι ἔργο τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός δέν θέλει ἁπλῶς νά τιμωρούμαστε, ἀλλά νά διορθωνόμαστε. Ἐνῶ τό Κράτος δέν τό ἐνδιαφέρει τόσο ἡ διόρθωση, ὅσο νά ἐπιβάλλει τήν ποινή καί μετά ἐγκαταλείπει τόν ἄνθρωπο.
Ποῦ εἶναι τώρα, λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, οἱ Ναβατιανοί, οἱ λεγόμενοι «Καθαροί», οἱ γεμάτοι ὄντες ἀπό κάθε ἀκαθαρσία, οἱ ὁποῖοι ἀναιροῦν τήν μετάνοια; Ἄς ἀκούσουν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀποπλύνει κάποιος τήν ἁμαρτία του; Ὄχι μόνο μέ τό νά κάμνει ἀποχήν αὐτῆς, ἀλλά καί μέ τό νά ἐργάζεται τό ἀγαθόν. Δέν εἶναι ἀρκετό τό νά σταματήσεις τό κακό, ἀλλά πρέπει καί νά κάνεις τό ἀντίθετο καλό. Γι’ αὐτό λέει στή συνέχεια, μᾶλλον δέ κοπιάτω ἐργαζόμενος τό ἀγαθόν ταῖς χερσίν. Ὄχι μόνο νά μήν κλέβεις, ἀλλά καί νά κάνεις τό καλό ἐργαζόμενος καί μάλιστα χειρωνακτικά, γιά νά ἔχεις νά δίδεις σ’ αὐτόν πού ἔχει ἀνάγκη. Δέν εἶναι ἀρκετό λοιπόν, νά ἀφήσει κάποιος τίς ἁμαρτίες, ἀλλά καί νά ἐργαστεῖ τίς ἀντίθετες ἀρετές. Αὐτό θέλει ὁ Θεός. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐδῶ, ὁ κλέπτης πού ἔκλεπτε προηγουμένως καί ἔκαμε τήν κακία τῆς κλεψίας, τώρα ἄς κάμει τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης. Ὄχι ἁπλῶς νά παύει νά παίρνει τά ξένα, ἀλλά νά ἀρχίσει νά δίδει καί στούς πτωχούς. Καί ὄχι ἁπλῶς ἄς κάμει αὐτήν, ἀλλά μέ κόπο καί μόχθο νά κάμει τήν ἐλεημοσύνη, δηλαδή μέ τέχνη καί ἐργόχειρο. Προσέξτε ἕνα ὡραῖο νόημα πού δέν τό συλλαμβάνει κανείς ἴσως μέ τήν πρώτη ἀνάγνωση.
- Λέει ὁ Ἀπόστολος «νά ἐργάζεσαι τό ἀγαθόν ταῖς χερσίν». Γιά ποιόν σκοπό;