ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΚΟΛΛΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΗ ΓΗ, Ο ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΩΝ ΔΕΝ ΘΡΟΕΙΤΑΙ. ΚΑΙ ΑΝ ΑΔΙΚΗΘΕΙ ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΑ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΤΙ ΑΔΙΚΗΘΗΚΕ ΑΛΛΑ ΒΑΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ(ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ- ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ)

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

«Γιά τό ὅτι πρέπει νά φροντίζουμε νά κόβουμε γρήγορα τά πάθη πρίν ἐξοικειωθεῖ μαζί τους ἡ ψυχή»

 
 ΙΑ΄ Διδασκαλία
 ΓΙΑ ΤΟ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ ΝΑ
ΚΟΒΟΥΜΕ ΓΡΗΓΟΡΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΠΡΙΝ ΕΞΟΙΚΕΙΩΘΕΙ
ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ Η ΨΥΧΗ

Ἀββᾶ Δωροθέου ἔργα ἀσκητικά

Μελετῆστε, ἀδελφοί μου, πῶς ἀκριβῶς εἶναι τά πράγματα καί προσέξτε μήν ἀμελήσετε τόν ἑαυτό σας, γιατί καί μικρή ἀκόμα ἀμέλεια μᾶς ὁδηγεῖ σέ μεγάλους κινδύνους. Ἐπισκέφθηκα κάποτε ἕναν ἀδελφό καί τόν βρῆκα νά ἔχει μόλις συνέλθει ἀπό ἀρρώστια καί στή κουβέντα πάνω, ἔμαθα ὅτι ἦταν μόνος του μέ πυρετό ἑπτά ἡμέρες καί ἐνῶ εἶχαν περάσει ἄλλες σαράντα ἡμέρες δέν εἶχε καταφέρει ἀκόμα νά συνέλθει. Βλέπετε, ἀδελφοί μου, πόση ταλαιπωρία ἔχει κανείς ὅταν προσβληθεῖ, ἔστω καί ἀπό τήν παραμικρή ἀδιαθεσία. Πάντοτε σχεδόν συμβαίνει νά μή δίνει κανείς σημασία σέ μικροαδιαθεσίες καί δέν καταλαβαίνει ὅτι ἄν ταλαιπωρηθεῖ λίγο τό σῶμα του – καί μάλιστα ἄν εἶναι λίγο πιό εὐαίσθητος στήν ὑγεία του – χρειάζεται πολύ περισσότερος κόπος καί χρόνος γιά νά ὀρθοποδήσει. Ἑπτά ἡμέρες πέρασαν, καί δέν κατάφερε νά συνέλθει.Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ψυχή. Μιά μικρή ἁμαρτία κάνει κανείς καί χρειάζεται πολύ καιρό χύνοντας τό αἷμα του, μέχρι νά μπορέσει νά διορθωθεῖ.

Καί γιά μέν τή σωματική ἀρρώστια ὑπάρχουν διάφορες αἰτίες, ἤ ὅτι τά φάρμακα εἶναι παλιά καί δέν φέρνουν ἀποτέλεσμα ἤ ὅτι ὁ γιατρός εἶναι ἄπειρος καί δέν δίνει τό κατάλληλο φάρμακο ἤ ὅτι ὁ ἄρρωστος δέν συμμορφώνεται καί δέν ἀκολουθεῖ πιστά τίς ἐντολές τοῦ γιατροῦ. Μέ τήν ψυχή ὅμως δέν συμβαίνει τό ἴδιο. Γιατί δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ γιατρός εἶναι ἄπειρος καί δέν ἔδωσε τό κατάλληλο φάρμακο. Ἐπειδή ὁ γιατρός τῶν ψυχῶν μας εἶναι ὁ Χριστός καί γνωρίζει τά πάντα καί χορηγεῖ γιά κάθε πάθος τό κατάλληλο φάρμακο. Νά, τί θέλω νά πῶ. Στήν κενοδοξία δίνει τίς ἐντολές γιά ταπεινοφροσύνη, στή φιληδονία τίς ἐντολές γιά ἐγκράτεια, στή φιλαργυρία τίς ἐντολές γιά ἐλεημοσύνη καί μέ λίγα λόγια κάθε πάθος ἔχει γιά φάρμακο τήν κατάλληλη ἐντολή. Ὥστε λοιπόν, δέν εἶναι ἄπειρος ὁ γιατρός. Οὔτε πάλι τά φάρμακα εἶναι παλιά καί δέν φέρνουν ἀποτέλεσμα. Γιατί οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ δέν παλιώνουν ποτέ, ἀλλά ὅσο πιό πολύ ἐφαρμόζονται τόσο περισσότερο ἀνανεώνονται. Δέν ὑπάρχει λοιπόν τίποτα πού νά ἐμποδίζει τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς, παρά μόνον τό ξεστράτημά της ἀπό τό δρόμο τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἄς προσέξουμε λοιπόν τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί μου, ἄς κρατηθοῦμε σέ πνευματική ἀγρύπνια, ὅσο ἀκόμη ἔχουμε καιρό. Γιατί παραμελοῦμε τούς ἑαυτούς μας;
 Ἄς κάνουμε τίποτα καλό, γιά νά τό βροῦμε βοήθεια τίς ὧρες τοῦ πειρασμοῦ. Γιατί βάζουμε τή ζωή μας σέ κίνδυνο;
 Τόσα πολλά ἀκοῦμε καί καθόλου δέν νοιαζόμαστε, ἀλλά ἀδιαφοροῦμε. Βλέπουμε νά φεύγουν ἀπό κοντά μας ξαφνικά οἱ ἀδελφοί μας καί δέν ἀνησυχοῦμε, ἄν καί ξέρουμε ὅτι σέ λίγο καί ἐμεῖς θά φτάσουμε στό θάνατο. Δέστε, ἀπό τήν ὥρα πού καθήσαμε νά μιλήσουμε μέχρι τώρα, ξοδέψαμε δυό-τρεῖς ὧρες ἀπό τό χρόνο τῆς ζωῆς μας καί ἤρθαμε πιό κοντά στό θάνατο. Καί ἐνῶ βλέπουμε ὅτι χάνουμε τόν καιρό μας, δέν φοβόμαστε. Γιατί δέν θυμόμαστε τό λόγο τοῦ Γέροντα ἐκείνου πού εἶπε:
 «Ἄν χάσει κανείς χρυσάφι ἤ ἀσήμι, μπορεῖ ἀντί γι᾿ αὐτό νά βρεῖ ἄλλο. Ἐκεῖνος ὅμως πού χάνει τόν καιρό του δέν μπορεῖ νά βρεῖ ἄλλον».
 Πραγματικά θά ἔρθει καιρός πού θά ζητᾶμε ἔστω μιά ὥρα ἀπ᾿ ὅλο αὐτό τό χρόνο καί δέν θά τόν βρίσκουμε. Πόσοι ἐπιθυμοῦν ν᾿ ἀκούσουν λόγο Θεοῦ καί δέν τόν βρίσκουν; Καί ἐμεῖς τόσα πολλά ἀκοῦμε καί τά περιφρονοῦμε καί δέν βγαίνουμε ἀπό τήν ἐμπαθή κατάστασή μας. Ὁ Θεός γνωρίζει πόσο ἐκπλήττομαι γιά τήν ἀναισθησία τῶν ψυχῶν μας! Μποροῦμε νά σωθοῦμε καί δέν θέλουμε! Γιατί ἔχουμε τή δυνατότητα, ἄν θέλουμε νά κόψουμε τά πάθη μας, ὅσο ἀκόμη εἶναι μικρά, ἀλλά δέν φροντίζουμε γιά κάτι τέτοιο. Καί τά ἀφήνουμε ἔτσι νά σκληρύνουν τόσο εἰς βάρος μας, ὥστε νά φτάσουν στήν πιό μεγάλη καί δυνατή ἀκμή τους. Γιατί, ὅπως πολλές φορές σᾶς εἶπα, ἄλλο εἶναι νά ξεριζώσεις μικρό χορταράκι – ἐπειδή αὐτό ἀμέσως ξεριζώνεται – καί ἄλλο εἶναι νά ξεριζώσεις μεγάλο δέντρο.
Βρέθηκε κάποιος μεγάλος Γέροντας μέ τούς μαθητές του σ᾿ ἕνα τόπο πού ἦταν διάφορα κυπαρίσσια, μικρά καί μεγάλα. Καί λέει ὁ Γέροντας σ᾿ ἕναν ἀπό τούς μαθητές του:
 « Ξερίζωσε τοῦτο τό κυπαρισσάκι» – ἦταν, βέβαια, πολύ μικρό – καί ἀμέσως, μέ τό ἕνα χέρι, τό ξερίζωσε ὁ ἀδελφός. Μετά τοῦ δείχνει ὁ Γέροντας ἕνα ἄλλο. Μεγαλύτερο ἀπό τό πρῶτο, καί τοῦ λέει: «Ξερίζωσε καί τοῦτο». Καί αὐτός ἀφοῦ τό κούνησε καί μέ τά δυό του χέρια, τό ξερίζωσε καί ἐκεῖνο. Πάλι τοῦ δείχνει ὁ Γέροντας ἕνα ἀκόμα μεγαλύτερο, καί αὐτός μέ περισσότερο κόπο τό ξερίζωσε καί ἐκεῖνο. Τοῦ δείχνει καί ἄλλο, ἀκόμα μεγαλύτερο καί αὐτός ἀφοῦ τό κούνησε πολύ καί ἀφοῦ κουράστηκε καί ἵδρωσε, τό ἔβγαλε καί ἐκεῖνο. Μετά τοῦ δείχνει ὁ Γέροντας καί ἄλλο, ἀκόμα πιό μεγάλο, καί αὐτός, ἀφοῦ κόπιασε πολύ καί ἵδρωσε, δέν μπόρεσε νά τό ξεριζώσει. Μόλις λοιπόν τόν εἶδε ὁ Γέροντας ὅτι δέν μποροῦσε, ἔδωσε ἐντολή σέ ἄλλον ἀδελφό νά σηκωθεῖ καί νά τόν βοηθήσει. Ἔτσι κατάφεραν καί οἱ δυό μαζί νά τό ξεριζώσουν. Τότε λέει ὁ Γέροντας στούς ἀδελφούς:
   «Νά, ἔτσι ἀκριβῶς εἶναι τά πάθη, ἀδελφοί μου. Ὅσο εἶναι μικρά, ἄν θέλουμε, μποροῦμε εὔκολα νά τά κόψουμε. Ἄν ὅμως ριζώσουν μέσα μας βαθύτερα, δέν μποροῦμε πιά, ἀκόμα καί ἄν κοπιάσουμε, νά τά κόψουμε μόνοι μας, ἐκτός ἄν ἔχουμε τή βοήθεια μερικῶν ἁγίων, πού μετά τό Θεό, θά μᾶς συμπαρασταθοῦν.
 Βλέπετε πόση δύναμη ἔχουν τά λόγια τῶν ἁγίων Γερόντων;
   ………
   Νά πῶς καί οἱ Γέροντες καί ἡ ἁγία Γραφή, ὅλοι συμφωνοῦν καί μακαρίζουν ἐκείνους πού ἀγωνίζονται νά κόψουν τά πάθη, ὅσο ἀκόμη εἶναι μικρά, πρίν δοκιμάσουν τόν πόνο καί τήν πίκρα τους.
 Ἄς ἀγωνιστοῦμε μέ προθυμία λοιπόν, ἀδελφοί μου, γιά νά ἐλεηθοῦμε.
 Ἄς κουραστοῦμε λίγο καί θά βροῦμε πολλή ἀνάπαυση.
   Εἶπαν οἱ Πατέρες ὅτι πρέπει νά καθαρίζει κανείς μέ ἐπιμέλεια κάθε ἀπόκρυφη πτυχή τῆς ψυχῆς του. Νά ἐξετάζει δηλαδή τόν ἑαυτόν του κάθε βράδυ πῶς πέρασε τήν ἡμέρα του καί πάλι τό πρωί πῶς πέρασε τή νύκτα του1 καί νά μετανοεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτά φυσικά πού ἔχει ἁμαρτήσει. Πραγματικά, ἐπειδή ἁμαρτάνουμε πολύ, ἔχουμε ἀνάγκη, ἐξαιτίας τῆς λησμοσύνης μας, καί κάθε ἕξι ὧρες νά ἐξετάζουμε τούς ἑαυτούς μας πῶς περάσαμε καί σέ τί ἁμαρτήσαμε. Καί καθένας μας νά λέει μέσα του:
 «Μήπως ἄραγε μέ λόγια πλήγωσα τόν ἀδελφό μου;
 Ἄραγε μήπως τόν εἶδα νά κάνει κάτι καί τόν κατέκρινα ἤ τόν ἐξουδένωσα ἤ τόν καταλάλησα;
 Μήπως γόγγυσα μέσα μου, ἐπειδή αἰσθάνθηκα ἀηδία»γιατί καί τό νά γογγύσει ἀκόμα κανείς μέσα του, εἶναι ἁμαρτία. Πάλι λέει:
 «Μήπως ἄραγε μοῦ εἶπε ὁ κανονάρχης ἤ κάποιος ἄλλος ἀπό τούς ἀδελφούς κάποιο λόγο καί δέν τόν βάστασα, ἀλλά τοῦ ἀντιμίλησα»;
   Ἔτσι κάθε μέρα, ἔχουμε χρέος νά ἐξετάζουμε τούς ἑαυτούς μας πῶς περάσαμε. Κατά τόν ἴδιο τρόπο πρέπει κανείς νά ἐξετάζει τόν ἑαυτόν του πῶς πέρασε καί τή νύκτα. Σηκώθηκε μέ προθυμία στήν ἀγρυπνία;
 Μήπως δέν ἔδωσε σημασία σ᾿ αὐτόν πού τόν ξύπνησε ἤ γόγγυσε ἐναντίον του;
 Πρέπει κανείς νά ξέρει ὅτι ἐκεῖνος πού τόν ξυπνάει γιά τήν ἀγρυπνία, πολύ τόν εὐεργετεῖ καί τοῦ γίνεται πρόξενος μεγάλων ἀγαθῶν, γιατί τόν ξυπνάει νά μιλήσει μέ τό Θεό, νά παρακαλέσει γιά τίς ἀμαρτίες του καί νά φωτιστεῖ. Δέν ἔχει λοιπόν χρέος νά τόν εὐχαριστεῖ;
 Πραγματικά, πρέπει σχεδόν νά πιστεύει ὅτι μέ τή βοήθεια τοῦ ἀδελφοῦ του κερδίζει τή σωτηρία του.
   Καί σᾶς λέω πάνω σ᾿ αὐτό κάτι ἀξιοθαύμαστο πού ἄκουσα γιά κάποιον μεγάλο καί διορατικό Γέροντα, ὅτι ἐνῶ στεκόταν στήν ἐκκλησία, μόλι ἄρχισαν νά ψέλνουν οἱ ἀδελφοί, ἔβλεπε ἕναν λαμπροφορεμένο νά βγαίνει ἀπό τό ἱερό, κρατώντας ἕνα μικρό στρογγυλό σκεῦος μέ ἁγίασμα καί μιά μίλη2 καί τή βουτοῦσε στό σκεῦος καί πέρναγε ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀδελφούς καί τούς σφράγιζε σέ σχῆμα σταυροῦ. Τίς θέσεις δέ ὅσων ἔλειπαν, ἄλλοτε σφράγιζε καί ἄλλοτε πέρναγε χωρίς νά σφραγίσει. Καί πάλι, ὅταν ἐπρόκειτο νά σχολάσει ἡ ἐκκλησία, τόν ἔβλεπε νά βγαίνει ἀπό τό ἱερό καί νά ξανακάνει τό ἴδιο. Μιά μέρα λοιπόν τόν σταματάει ὁ Γέροντας καί πέφτει στά πόδια του παρακαλώντας τον νά τοῦ ἐξηγήσει ποιός ἦταν καί τί νόημα εἶχε αὐτό πού ἔκανε. Καί τοῦ λέει ἐκεῖνος ὁ λαμπροφορεμένος. Ἐγώ εἶμαι ἄγγελος Κυρίου, καί πῆρα ἐντολή νά σφραγίζω ὅσους βρίσκονται στήν ἐκκλησία ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀκολουθίας καί ὅσους παραμένουν μέχρι τό τέλος της, γιά τήν προθυμία καί τήν ἐπιμέλεια καί τήν καλή προαίρεσή τους. Τοῦ λέει ὁ Γέροντας:
 «Καί τότε γιατί σφραγίζεις τίς θέσεις μερικῶν πού λείπουν»;
 Τοῦ ἀπαντάει ὁ ἅγιος ἄγγελος λέγοντας:
 «Ὅσοι ἀπό τούς ἀδελφούς εἶναι ἐπιμελεῖςκαί μέ καλή προαίρεση, ἀπό κάποια ὅμως ἀνάγκη ἤ ἀρρώστια ἀπουσιάζουν μέ εὐλογία τῶν Πατέρων ἤ πάλι, ὑπακούοντας σέ κάποια ἐντολή, εἶναι κάπου ἀπασχολημένοι καί γι᾿ αὐτό τό λόγο ἀπουσιάζουν, αὐτοί παρόλο ὅτι λείπουν σφραγίζονται, ἐπειδή μέ τή διάθεσή τους βρίσκονται μαζί μ᾿ αὐτούς πού ψέλνουν. Καί μόνον ὅσους μποροῦν νά παραβρίσκονται καί ἀπό ἀμέλεια ἀπουσιάζουν, ἔχω ἐντολή νά μήν σφραγίζω, γιατί αὐτοί γίνονται μόνοι τους ἀνάξιοι.
   Νά. Βλέπετε πόσες δωρεές προξενεῖ στόν ἀδελφό του ἐκεῖνος πού τόν ξυπνάει γιά τήν ἀκολουθία. Ἄς φροντίσουμε λοιπόν, ἀδελφοί μου, νά μήν χάσουμε ποτέ τή σφραγίδα τοῦ ἁγίου ἀγγέλου. Καί ἄν τύχει καί δοθεῖ κάποιος σέ ρεμβασμό καί τοῦ κάνει ὁ ἄλλος μιά σχετική ὑπόμνηση, δέν πρέπει ν᾿ ἀγανακτεῖ ἀλλά, ἐκτιμώντας τό καλό πού τοῦ κάνει, νά τόν εὐχαριστεῖ, ὅποιος καί ἄν εἶναι.
   …………
 Θέλετε νά σᾶς διηγηθῶ γιά κάποιον πού εἶχε ἀφήσει τό πάθος νά ριζώσει μέσα του; Ἀκοῦστε μιά ἀξιοθρήνητη ἱστορία. Ὅταν βρισκόμουν στό κοινόβιο, δέν ξέρω πῶς οἱ ἀδελφοί γελάστηκαν νά μοῦ ἀναφέρουν τούς λογισμούς τους. Μοῦ ἀνέθεσε δέ καί ὁ ἡγούμενος, μέ τήν σύμφωνη γνώμη τῶν Γερόντων, νά ἔχω αὐτή τή φροντίδα. Μιά μέρα λοιπόν ἔρχεται ἕνας ἀδελφός καί μοῦ λέει:
 «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, καί προσευχήσου γιά μένα, γιατί κλέβω καί τρώω».
 Τοῦ λέω: «Γιατί; Πεινᾶς»;
 Μοῦ λέει; «Ναί! δέν μοῦ φτάνει αὐτό πού ἔχουν στήν τράπεζα γιά τούς ἀδελφούς καί δέν μπορῶ νά ζητήσω».
 Τοῦ λέω: «Γιατί δέν πᾶς νά πεῖς στόν ἡγούμενο»;
 Λέει: «Ντρέπομαι».
 Τοῦ λέω: «Θέλεις νά πάω ἐγώ νά τό πῶ»;
 Μοῦ λέει: «ἄς γίνει ὅπως νομίζεις, Γέροντα».
 Πῆγα λοιπόν καί τό εἶπα στόν ἡγούμενο καί μοῦ εἶπε:
 «Κάνε ἀγάπη καί ὅποια ὥρα ἔρχεται ἐδῶ αὐτός ὁ ἀδελφός, νά τοῦ δίνεις ὅσα θέλει καί νά μήν τοῦ στερήσεις τίποτα».
 Ἀφοῦ τό ἀκουσε αὐτό ὁ κελλαρίτης μοῦ λέει:
 «Ὅπως εὐλογεῖτε».
 Περνάει ἔτσι λίγες ἡμέρες ὁ ἀδελφός ἐκεῖνος καί ἔρχεται καί μοῦ λέει:
 «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί ἄρχισα πάλι νά κλέβω».
 Τοῦ λέω: «Γιατί; Δέν σοῦ δίνει ὁ κελλαρίτης ὅ,τι θέλεις»;
 Μοῦ λέει: «Ναί, συγχώρεσέ με, γιατί μοῦ δίνει ὅσα θέλω, ἀλλ᾿ ἐγώ τόν ντρέπομαι».
 Τοῦ λέω: «Ἐμένα μέ ντρέπεσαι»;
 Μοῦ λέει: «Ὄχι».
 Τοῦ λέω: «Λοιπόν, ἄν θέλεις τίποτα, νά ἔρχεσαι νά τό παίρνεις ἀπό ἐμένα καί νά μήν ξανακλέψεις»3γιατί τότε διαχειριζόμουν τρόφιμα, ἐπειδή εἶχα τή διακονία τοῦ νοσοκομείου. Ἐρχόταν λοιπόν ἐκεῖ σ᾿ ἐμένα, καί ἔπαιρνε ὅσα ἤθελε. Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ἄρχισε πάλι νά κλέβει καί ἔρχεται λυπημένος καί μοῦ λέει: «Νά, πάλι κλέβω».
 Τοῦ λέω: «Γιατί, ἀδελφέ μου, δέν σοῦ δίνω ὅ,τι θέλεις»;
 Μοῦ λέει: «Ναί».
 Τοῦ λέω: «Μήπως ντρέπεσαι νά παίρνεις ἀπό ἐμένα»;
 Μοῦ λέει: «Ὄχι».
 Τοῦ λέω: «Καί τότε, γιατί κλέβεις»;
 Μοῦ λέει: «Συγχώρεσέ με, δέν ξέρω γιατί, ἀλλά νά πού κλέβω».
 Τότε τοῦ λέω: «Πές μου εἰλικρινά, τί τά κάνεις ὅσα κλέβεις»;
 Μοῦ λέει: «Τά δίνω στό γαϊδούρι».
   Καί ἀποδείχτηκε ὅτι ἔκλεβε ὁ ἀδελφός ἐκεῖνος, παξιμάδια, χουρμάδες, σύκα, κρέμμύδια, ὅ,τιδήποτε εὕρισκε μπροστά του καί τά ἔκρυβε, ἄλλα μέν κάτω ἀπό τό στρῶμα του, ἄλλα δέ ἀλλοῦ. Καί στό τέλος ἐπειδή δέν ἤξερε τί νά τά κάνει, μόλις ἔβλεπε ὅτι ἄρχιζαν νά χαλᾶνε, πήγαινε καί τά πέταγε ἤ τά ἔδινε στά ζῶα.
  Βλέπετε τί σημαίνει τό νά ριζώνουν τά πάθη μέσα μας;
 Βλέπετε πόσο μᾶς κάνουν ἄθλιους;
 Πόσο μᾶς ταλαιπωροῦν;
 Εἶχε συνείδηση ὅτι εἶναι κακό, ἤξερε ὅτι ἁμάρτανε, στενοχωριόταν, ἔκλαιγε καί ὅμως παρασυρόταν ὁ δυστυχής ἀπό τήν κακή συνήθεια πού ἀπόκτησε ἀπό τήν προηγούμενη ἀμέλεια. Καλά ἔλεγε ὁ ἀββάς Νισθερώ ὅτι, ἄν κάποιος νικηθεῖ ἀπό ἕνα πάθος, ἔγινε δοῦλος τοῦ πάθους ἐκείνου. Ὁ καλός Θεός νά μᾶς φυλάει ἀπό τήν κακή συνήθεια, γιά νά μήν πεῖ καί σέ μᾶς:
 «Τί ὠφελεῖ καί ἄν ἔχυσα τό Αἷμα μου, κι ἄν κατέβηκα γιά χατήρι σας στόν ἄδη»;4
   Σᾶς εἶπα μέ πολλούς τρόπους τό πῶς κανείς πέφτει σέ μιά κακή συνήθεια. Γιατί ὅποιος θυμώσει μιά φορά δέν λέγεται κιόλας θυμώδης. Οὔτε ὅποιος πόρνευσε μιά φορά λέγεται πόρνος. Οὔτε ὅποιος ἔδωσε μιά φορά ἐλεημοσύνη λέγεται ἐλεήμονας, ἀλλά καί ἡ ἀρετή καί ἡ κακία, μέ τό νά ἀσκεῖται συνεχῶς, γίνεται ἀναφαίρετη συνήθεια στήν ψυχή. Καί τελικά αὐτή ἡ συνήθεια ἤ τήν κολάζει ἤ τήν ἀναπαύει. Γιά τό πῶς δέ ἀναπαύει τήν ψυχή ἡ ἀρετή καί τό πῶς τήν κολάζει ἡ κακία εἴπαμε μέ πολλούς τρόπους. Γιατί ἡ ἀρετή εἶναι φυσική καί ἔμφυτη στήν ψυχή – γιατί εἶναι ἄφθαρτος ὁ σπόρος τῆς ἀρετῆς5. Εἶπα λοιπόν ὅτι ὅσο ἀσκούμαστε στήν ἀρετή, ταυτιζόμαστε μ᾿ αὐτή. Δηλαδή ξαναβρίσκουμε τήν ἴδια τή φύση μας, ξαναβρίσκουμε τήν ὑγεία μας, ὅπως ἀκριβῶς μετά ἀπό μιά ἀρρώστια τοῦ ματιοῦ ξαναβρίσκουμε τό φῶς μας ἤ ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρρώστια ἐπανερχόμαστε στή φυσική κατάσταση τῆς ὑγείας μας. Δέν συμβαίνει ὅμως τό ἴδιο καί μέ τήν κακία. Τότε, στήν περίπτωση τῆς κακίας ἀποκτοῦμε ξένη καί «παρά φύση» συνήθεια μέ τή διάπραξη τοῦ κακοῦ. Σάν νά συνηθίζουμε μιά λοιμώδη ἀρρώστια, ὥστε νά μήν μποροῦμε πιά νά γιατρευτοῦμε, χωρίς πολλή βοήθεια καί πολλές προσευχές καί πολλά δάκρυα, πού θά ἑλκύσουν πάνω μας τούς οἰκτιρμούς τοῦ Χριστοῦ.
   ………….
 Πρέπει νά ξέρετε καί αὐτό, ὅτι δηλαδή, μερικές φορές ἡ ψυχή ἔχει τάση νά πέφτει σέ κάποιο πάθος. Καί ἄν μόνο μιά φορά πέσει σ᾿ ἐκεῖνο τό πάθος, κινδυνεύει ἀμέσως νά γίνει ἕνα μαζί του. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά σωματικά.
   ……..
   Ὑπάρχει λοιπόν ἀνάγκη ἀπό πολλή ἐπαγρύπνηση καί προσοχή καί φόβο, γιά νά μήν ἀποκτήσει κανείς κακές συνήθειες. Πιστέψτε με, ἀδελφοί μου. Ὅτι ἄν ἔχει ὑποδουλωθεῖ κανείς σ᾿ ἕνα πάθος, θά κολαστεῖ. Καί συμβαίνει νά κάνει κανείς δέκα καλά ἔργα καί νά ἔχει ὑποδουλωθεῖ σ᾿ ἕνα πάθος καί νά νικάει αὐτό τό ἕνα, πού ἔχει προέλθει ἀπό κακή συνήθεια, τά δέκα καλά. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἀετός, ἄν ξεφύγει ὁλόκληρος ἀπό τήν παγίδα καί πιαστεῖ μόνο τό νύχι του, ἀπ᾿ αὐτό τό μικρό κομμάτι νικιέται ὁλόκληρος – γιατί μήπως δέν εἶναι στήν παγίδα καί ἄν ἀκόμα βρεθεῖ ὁλόκληρος ἔξω, παραμείνει ὅμως μόνο τό νύχι του πιασμένο; Δέν τόν πιάνει ὅποια ὥρα θέλει αὐτός πού τοῦ ἔστησε τήν παγίδα; Ἔτσι εἶναι καί ἡ ψυχή. Ἄν ἔχει καί μ᾿ ἕνα μόνο πάθος δεθεῖ, ὅποια ὥρα θέλει ὁ ἐχθρός τήν νικάει. Γι᾿ αὐτό σᾶς λέω πάντοτε. Μήν ἀφήσετε κανένα πάθος μέσα σας νά ριζώσει, ἀλλά νά ἀγωνιζόμαστε, παρακαλώντας τό Θεό, νύκτα – μέρα νά μήν πέσουμε στήν ἁμαρτία,
 ἄς φροντίσουμε νά σηκωθοῦμε ἀμέσως,
 ἄς μετανοήσουμε γι᾿ αὐτό,
 ἄς κλάψουμε μπροστά στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ,
 ἄς ἀγρυπνήσουμε,
 ἄς ἀγωνιστοῦμε.
 Καί ὁ Θεός βλέποντας τήν προαίρεσή μας καί τήν ταπείνωση καί τή συντριβή μας, θά μᾶς δώσει χέρι βοήθειας καί θά μᾶς χαρίσει τό ἔλεός Του. Ἀμήν.
 Τῷ Θεῷ πρέπει κάθε δόξα τιμή καί προσκύνηση,
τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!


    Ἀπότόβιβλίο:«Ἀββᾶ Δωροθέου ἔργα ἀσκητικά»(ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑ΄σελ.269-273, 275-279, 281-287,)
 Ἐκδόσεις:«ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»,
 Ἱερά Μ.Τιμίου Προδρόμου Καρέα
  1«Εἶπεν ὁ ἀββᾶς Νισθερῶος, ὅτι ὀφείλει ὁ μοναχός καθ᾿ ἑσπέραν καί πρωΐας λόγον ποιεῖν. Τί ὧν θέλει ὁ Θεός ἐποιήσαμεν, καί τί ὧν οὐ θέλει οὐκ ἐποιήσαμεν; Καί οὕτω τρακτεύοντες ἑαυτῶν τήν πᾶσαν ζωήν. Οὕτως γάρ ἔζησεν ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος. Σπούδαζε ἑκάστην ἡμέραν παρεστάναι τῷ Θεῷ χωρίς ἁμαρτίας. Οὕτω προσεύχου τῷ Θεῷ ὡς παρών παρόντι· καί γάρ ἀληθῶς πάρεστι». (Ἀβ. Νισθερώ P. G. 65, 308C).
2Ἁγίασμα: Ἡ λέξη ἔχει πολλές σημασίες. Στήν ἀρχιτεκτονική τῶν Ναῶν φανερώνει τόν εἰδικό τόπο σέ συνάρτηση μέ τό Ναό ὅσπου βγαίνει πηγαῖο (συνήθως) νερό καί χρησιμεύει γιά τή λατρεία καί εἰδικότερα γιά τόν ἁγιασμό τῶν πιστῶν, γιά τή θεραπεία τῶν ἀρρώστων ἤ ἀκόμη καί γιά τή βάπτισή τους. Ὡς ἁγίασμα ἐπίσης χαρακτηρίζεται τό ἱερολογημένο νερό (ἁγιασμός μικρός ἤ μεγάλος) ἤ τό λάδι ἤ τό Ἅγιο Χρίσμα ἤ ἡ Ἁγία Κοινωνία, ὅπως καί τό λάδι πού καίει σέ καντήλι Μάρτυρος ἤ μπροστά σέ εἰκόνα.
 Στό κείμενο μας ἡ λέξη φανερώνει ὑγρή, ἄγνωστη καί ἱερολογημένη ὕλη πού ἀσφαλῶς ὁ ἄγγελος μέ μυστικό καί ἄρρητο τρόπο ἔφερε μαζί του.
 Μίλη εἶναι εἰδικό χριαλίδιο (μικρή λαβίδα) πού ἔχει μορφή σμίλης. Ὅπως περίπου εἶναι αὐτό πού μᾶς χρίει ὁ ἱερέας μέ τό λάδι τῆς κανδήλας.
  3Ἀβ. Δανιήλ P.G. 65, 156BC.
 4Ψαλμ. 29 : 10.
5Εὐάγρ. P.G. 40, 1240.
http://www.hristospanagia.gr/?p=34177#more-34177 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...