ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΚΟΛΛΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΗ ΓΗ, Ο ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΩΝ ΔΕΝ ΘΡΟΕΙΤΑΙ. ΚΑΙ ΑΝ ΑΔΙΚΗΘΕΙ ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΑ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΤΙ ΑΔΙΚΗΘΗΚΕ ΑΛΛΑ ΒΑΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ(ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ- ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ)

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

«Ὁ ρόλος τῆς γυναίκας στήν οἰκογένεια» (2ο μέρος)

Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ: Ὁ ρόλος τῆς γυναίκας στήν οἰκογένεια_2ο μέρος_mp3
Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο νά ἀναλύουμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ γυναίκα μπορεῖ νά βοηθήσει στή σωτηρία τοῦ ἄνδρα καί ποιά εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη συμπεριφορά μέσα στήν οἰκογένεια. Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφερόμενος στήν περίπτωση πού μιά γυναίκα συγκατοικεῖ μ’ ἕναν εἰδωλολάτρη σύζυγο, πού δέν πιστεύει στόν Θεό: «τί γάρ οἶδας, γύναι, εἰ τόν ἄνδρα σώσεις;» (Α΄Κορ. 7,16). Ποῦ ξέρεις γυναίκα δηλαδή, ἴσως σώσεις καί τόν ἄνδρα σου μέ τό νά μένεις στή συζυγία καί νά μήν τόν χωρίζεις, παρόλο πού εἶναι ἄπιστος. Τότε ὑπῆρχαν οἱ περιπτώσεις ὁ ἕνας νά μεταστρέφεται καί νά πιστεύει καί ὁ ἄλλος νά παραμένει εἰδωλολάτρης. Εἴμαστε στά πρῶτα χρόνια τοῦ χριστιανισμοῦ ἀκόμα, στόν 1ο αἰῶνα. Συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «ἐάν συνευδοκεῖ καί θέλει ὁ ἄνδρας -παρόλο πού εἶναι εἰδωλολάτρης καί ἡ γυναίκα του ἔγινε χριστιανή- νά μείνει στή συζυγία, μήν τόν χωρίζεις. Ποῦ ξέρεις παραμένοντας κοντά του, μπορεῖ νά τόν σώσεις».

 Ὑπάρχει δηλαδή πιθανότητα νά τόν ἑλκύσεις στήν Ἐκκλησία, στό ἅγιο Βάφτισμα, στή μετάνοια καί στή σωτηρία. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ γάμου. Νά βοηθήσει τόν ἄνδρα καί τή γυναίκα νά σωθοῦν. Εἶναι ἕνας ἄλλος δρόμος σωτηρίας. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ μοναχισμός, ὁ ἄλλος ὁ γάμος καί ὁ τρίτος δρόμος τό νά μένει κάποιος ἄγαμος μέσα στόν κόσμο μέ σωφροσύνη, τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Δέν σημαίνει ὅτι ἕνας πού δέν παντρεύτηκε ἤ δέν ἔγινε μοναχός, θά πάει στήν κόλαση. Αὐτή ἡ ἀντίληψη εἶναι λάθος. Ἔλεγε ὁ ἅγιος Πορφύριος σ’ ἕνα πνευματικό του παιδί, πού ἦταν ἄγαμο μέσα στόν κόσμο, ὅτι κι ἔτσι ὅπως εἶναι σώζεται.
 Ὁ σκοπός εἶναι ν’ ἀγαπήσουμε τόν Χριστό. Ἀγαπῶ τόν Χριστό σημαίνει ὄχι ἁπλῶς νά ἔχω καλά συναισθήματα γι’ Αὐτόν, ἀλλά νά τηρῶ τίς ἐντολές Του. Ὅπως βολεύεται καθένας, ἄς ἀκολουθήσει ἕναν ἀπό τούς τρεῖς δρόμους μέ συνέπεια, ἀρκεῖ νά τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δέν μᾶς προκαθορίζει τίς πορεῖες καί τροχιές.
 Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν προτρέπει τή γυναίκα νά μή χωρίσει τόν ἄπιστο σύζυγό της γιατί ἴσως ἔτσι τόν σώσει.
 «Κι ἐγώ τό παραδέχομαι αὐτό», λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. «Γιατί δέν τήν ἀποκλείω ἐντελῶς τή γυναίκα ἀπό τή συμμαχία στά πνευματικά». Ἡ γυναίκα δηλαδή μπορεῖ νά εἶναι σύμμαχος τοῦ Θεοῦ στήν πνευματική ζωή, ὥστε νά ὠφεληθεῖ καί ὁ σύζυγός της. Ἀκόμα μπορεῖ νά εἶναι καί σύμμαχος τοῦ ἄνδρα της στή σωτηρία. Γι’ αὐτό ἄλλωστε, λέει ὁ Θεός, ὅτι ἔφτιαξε τήν Εὔα, βοηθό τοῦ Ἀδάμ, τοῦ ἄνδρα. Ἡ κατεξοχήν βοήθεια στόν ἄνδρα εἶναι ἡ βοήθεια γιά νά πορευθεῖ τόν δρόμο πρός τή σωτηρία.
 Συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Λέγω, ὅμως, ὅτι αὐτή τότε ἐπιτυγχάνει αὐτά (νά βοηθάει στή σωτηρία του), ὅταν δέν ἐμπλέκεται στίς φροντίδες τοῦ γάμου, τίς κοσμικές φροντίδες». Ἐννοεῖ αὐτά πού ἔχει ὡς ἰδανικά ὁ πολύς κόσμος. Δηλαδή ἕναν ἐπιτυχημένο γάμο, κοσμική καταξίωση, καλό ὄνομα στήν κοινωνία, περιουσία, καλή μόρφωση, καλό καί προσοδοφόρο ἐπάγγελμα κ.ἀ. Αὐτές εἶναι οἱ φροντίδες καί οἱ ἔννοιες κατά κόσμον. Αὐτό ὅμως δέν εἶναι τό ζητούμενο. Αὐτός γιά τόν Θεό δέν εἶναι ἐπιτυχημένος, ἐάν αὐτός, κατ’ ἀρχήν, δέν τηρεῖ τίς ἐντολές Του. Τότε μόνο εἴμαστε πραγματικά εὐτυχισμένοι.
 Πολλοί χριστιανοί, ἀκόμα καί ἠλικιωμένοι θεωροῦν ὅτι δέν χρειάζεται νά ζητήσουν κάτι ἀπό τόν Θεό, ἀφοῦ ἔχουν ὅλα αὐτά τά ‘κατά κόσμον’ ἰδανικά (τά παιδιά ἔχουν καλή δουλειά, εὐτυχισμένες οἰκογένειες, ὁ ἴδιος εἶναι ἕνας εὐτυχισμένος παππούς μέ ἐγγόνια, δισέγγονα κ.λ.π.). Νιώθει λοιπόν ὅτι ἐπειδή ἔχει αὐτά, δέν τοῦ λείπει ἀπολύτως τίποτα καί εἶναι καλά.
 Πόσο καλά εἶναι ὅμως, ἄν τό παιδί του δέν προσεύχεται, δέν ἐξομολογεῖται, δέν κοινωνεῖ κι ἐκεῖνος δέν προσεύχεται καί δέν ἔχει μιά ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό; Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι καθόλου καλά στήν πραγματικότητα. Ὁ Χριστός δέν ἦρθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς δώσει μιά, θά λέγαμε, καλή κατάσταση ἐδῶ και τώρα, ὥστε νά μείνουμε αἰώνια στή γῆ. Ἀντιθέτως, ἦρθε γιά νά μᾶς δώσει μιά κατάσταση -τήν ὁποία ἀφενός θά προγευθοῦμε ἐδῶ- τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί μετά θάνατον θά συνεχίσουμε νά εἴμαστε ἀνοιχτοί στόν Θεό καί νά ζοῦμε τή Βασιλεία Του ἐκτυπώτερον (καθαρότερα). Νά τήν προγευόμαστε μέχρι νά γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε καί θά γίνει ἡ πλήρης καί ὁριστική τακτοποίηση τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἤ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἤ στήν αἰώνια κόλαση. Τό νά μπεῖ κανείς ὅμως στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά γίνει μέ μιά κοσμικά ἐπιτυχημένη οἰκογένεια. Θά πρέπει νά ὑπάρχει μιά ἀπελευθέρωση ἀπ’ αὐτό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου. Τότε μόνο καί ἡ γυναίκα, ὅταν ξεφύγει ἀπ’ αὐτό τό κοσμικό πνεῦμα, μπορεῖ νά συμβάλει καί στή σωτηρία τοῦ ἄνδρα της.
 Ὅταν ἡ γυναίκα δέν πλέκεται λοιπόν στίς φροντίδες τοῦ γάμου, στά κοσμικά, στά ὑλικά, στά βιοτικά «ἀλλά μένουσα γυναίκα κατά τήν φύσιν της προχωρεῖ πρός τήν ἀρετή τῶν μακαρίων ἀνδρῶν». Ἡ γυναίκα φυσικά δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει τή φύση της, εἶναι γυναίκα. Μπορεῖ ὅμως νά μοιάσει στήν ἀρετή τούς μακάριους ἄνδρες, τούς Ἁγίους. Στό μέτρο λοιπόν πού ἡ γυναίκα μοιάζει στούς ἁγίους, μπορεῖ νά βοηθήσει ὡς πνευματική σύμμαχος στή σωτηρία τοῦ ἄνδρα καί τῶν παιδιῶν της.
 «Διότι δέν θά μπορέσει νά τόν προσελκύσει τόν ἄπιστο σύζυγο, ὅταν καλλωπίζεται. Ὅταν ἐπιδίδεται στήν τρυφή (γλέντια, καλοπέραση, φιληδονία), οὔτε ὅταν ἀπαιτεῖ ἀπό τόν ἄνδρα της χρηματικές ὠφέλειες, οὔτε ὅταν εἶναι πολυτελής καί πολυδάπανος». Ἄν κάποια λοιπόν ἔχει ἕναν ἄπιστο σύζυγο κι ἐκείνη εἶναι ἔτσι ὅπως τήν περιγράφει ἐδῶ ὁ Ἅγιος, δέν ὑπάρχει περίπτωση νά τόν ἑλκύσει στήν πνευματική ζωή. «Πότε θά τόν ἑλκύσει; Ὅταν ἱσταμένη ἐπάνω ἀπό ὅλα τά παρόντα πράγματα καί ἐγχαράξασα εἰς τόν ἑαυτόν της τόν ἀποστολικόν βίον..».
 Ὅταν λοιπόν στέκεται πάνω ἀπ’ ὅλα τά πράγματα τοῦ παρόντος αἰῶνος, τοῦ ‘ἀπατεῶνος’ καί πάρει τήν ἀπόφαση νά ζήσει, ὅπως ἔζησαν οἱ ἀπόστολοι. Ξέρετε πῶς μετασχηματίστηκε μετά καί πῶς λέγεται σήμερα ὁ ἀποστολικός βίος; Μοναχική ζωή. Αὐτό πού σήμερα τό λέμε μοναχική ζωή, τότε τό λέγανε ἀποστολικό βίο, δηλαδή ζωή τῶν ἀποστόλων. Αὐτή ἡ ζωή τῶν ἀποστόλων πού περιγράφεται στίς ‘Πράξεις τῶν Ἀποστόλων’ στά πρῶτα κεφάλαια, αὐτή συνεχίστηκε μετά ὡς μοναχική ζωή. Αὐτό ἔγινε γιατί οἱ ὑπόλοιποι χριστιανοί, ζοῦσαν πιό κοσμικά, πιό χαλαρά. Ὁπότε αὐτοί πού ἤθελαν νά συνεχίσουν τήν αὐθεντική χριστιανική ζωή, ὅπως τή δίδαξε ὁ Χριστός καί οἱ Ἀπόστολοι, ἀποφάσισαν νά πᾶνε στήν ἔρημο νά συνεχίσουν τήν ἀποστολική ζωή. Ἔτσι δημιουργήθηκαν οἱ μοναχοί καί ὁ μοναχισμός. Οὐσιαστικά οἱ πρῶτοι χριστιανοί ζοῦσαν ὅλοι ὡς μοναχοί, σύμφωνα μέ τό πρότυπο τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Τί σημαίνει αὐτό;
 Διαβάζοντας τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων βλέπουμε ὅτι ὅλοι ἦταν ὁμοθυμαδόν, μιά ψυχή, μιά καρδιά, ἕνα ταμεῖο, εἶχαν κοινοκτημοσύνη, συνεχή προσευχή, λατρεία στόν Θεό, κήρυγμα στά πόδια τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐλεημοσύνη καί ἄσκηση. Ἔτρωγαν ἄρτον ἐν ἀγαλλιάσει καρδίας, δηλαδή ἔκαναν νηστεία. Τό ψωμί ἦταν τό κύριο φαγητό τους.
 Οἱ πρῶτοι χριστιανοί δηλαδή ζοῦσαν ὡς ἀσκητές. Αὐτό τό βρῆκαν ἀπό τή ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Χριστός μας καί οἱ Ἀπόστολοι ἔτρωγαν ἄρτους κριθίνους. Τό κριθάρι τό δίνουμε στά ζῶα, οἱ ἄνθρωποι τρῶνε σιτάρι. Ἄρα ὁ Χριστός μας καί οἱ Ἀπόστολοι ἔτρωγαν ὅ,τι πιό εὐτελές. Ἔτρωγαν καί κάποιες φορές παστά ψάρια, πού μποροῦσαν νά συντηρηθοῦν.
 Αὐτήν τήν ἀσκητική ζωή τήν βρήκαμε στόν Χριστό καί ὅχι σέ κάποιους ἰδιότροπους καλόγερους. Διαπιστώνουμε δηλαδή, ὅτι ὁ μοναχισμός δέν εἶναι κάτι ἔξω ἀπό τήν Χριστιανοσύνη, ἀλλά εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού δίδαξε ὁ Χριστός. Ἐμεῖς ἁπλῶς ἔχουμε ξεφύγει ἀρκετά καί τήν ἐκτροπή καί τή χαλάρωση τήν κάναμε μέτρο. Λέμε ὅτι φυσιολογικό εἶναι αὐτό πού κάνουν οἱ πολλοί. Ὄχι, τό φυσιολογικό εἶναι αὐτό πού κάνει ὁ Χριστός καί τηροῦν οἱ μοναχοί. Αὐτό εἶναι τό πρότυπο, ποῦ μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστός καί ἐκεῖ πρέπει νά γυρίσουμε κι ἐμεῖς κάνοντας ἀσκητική ζωή. Γι’ αὐτό βλέπετε τί λέει ἐδῶ; Γιά νά ἑλκύσεις ἕναν εἰδωλολάτρη, θά πρέπει ἡ ζωή σου νά μοιάζει στή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Νά διώξεις τόν καλλωπισμό, τήν πολυτέλεια, τήν κοσμικότητα, τήν τρυφή, τήν καλοπέραση καί ὅλα αὐτά, πού μέ ἕνα ὄνομα τά λέμε ‘κοσμικό πνεῦμα καί κοσμικό φρόνημα’ καί πού ἡ Ἁγία Γραφή τό ὁρίζει ὡς «ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Α΄Ἰωά. 2,16). Μέ λίγα λόγια εἶναι τά τρία θεμελιώδη πάθη, ἡ φιλαργυρία, ἡ φιληδονία καί ἡ φιλοδοξία. Αὐτά κυβερνοῦν τόν σύμπαντα κόσμο καί δέν πρέπει νά κυβερνοῦν καί τούς χριστιανούς.
 Ὅταν λοιπόν αὐτή στέκεται πάνω ἀπ’ ὅλα αὐτά τά παρόντα καί ζεῖ τόν ἀποστολικό βίο, «ἐπιδεικνύει πολλή ἐπιείκεια, (ἀγάπη, συγχωρητικότητα, τό εὐπροσήγορο, τό ἤπιον τοῦ χαρακτήρα). Ὅταν ἔχει πολλή κοσμιότητα, περιφρόνηση τῶν χρημάτων καί ἀνεξικακία». Αὐτές εἶναι ἀρετές, πού ἑλκύουν ἕναν ἄπιστο σύζυγο. «Τότε μόνο θά μπορέσει νά τόν σαγηνεύσει τόν σύζυγό της, ὅταν «ἔχοντες διατροφάς καί σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α΄Τιμ. 6,8). Αὐτό νά τό λέει ἡ σύζυγος στόν σύζυγο. Συνήθως συμβαίνει τό ἀντίθετο καί οἱ γυναῖκες δέν σταματοῦν νά θέλουν καί νά ζητοῦν.
 «Ὅταν φιλοσοφεῖ αὐτή διά τῶν ἔργων καί περιφρονεῖ τόν σωματικό θάνατο, ὅταν θεωρεῖ ὡς τίποτα τήν παρούσα ζωή, ὅταν θεωρεῖ ὅλη τή δόξα τῆς παρούσας ζωῆς, κατά τόν προφήτη, ὡσάν ἄνθος χόρτου, ἔτσι θά μπορέσει νά τόν βοηθήσει».
 Αὐτή εἶναι ἡ σωστή ὄψη τῆς ζωῆς. Τά χρόνια φεύγουν πολύ γρήγορα καί δέν καταλαβαίνεις πότε περνάει καί τελειώνει ἡ ζωή σου. Σάν ἕνα ἐπεισόδιο εἶναι αὐτή ἡ ζωή. Πόσο γρήγορα τελειώνει ἕνα ἐπεισόδιο; Οἱ ἀνθρωποι σωρηδόν φεύγουνε. Μήν κολλᾶς λοιπόν σ’ αὐτήν τή ζωή, πού εἶναι σύντομη καί ἔχει τέλος.
 «Πράγματι δέν θά μπορέσει νά σώσει τόν ἄνδρα της ὡσάν γυναίκα πού εἶναι μέ τίς σαρκικές σχέσεις της, ἀλλά μέ τό νά ἐπιδεικνύει τόν εὐαγγελικό βίο. Διότι πολλές γυναῖκες τό ἔκαναν αὐτό καί χωρίς νά συνάψουν γάμο».
 Πολλές γυναῖκες συνέβαλαν στή σωτηρία τοῦ συζύγου μέ τή σωστή ζωή τους. Δέν εἶναι ἡ σαρκική σχέση πού βοηθάει τόν ἄνθρωπο. Ἡ σαρκική σχέση μπορεῖ νά τόν πάει πιό κάτω τόν ἄνθρωπο.
 Συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί δίνει ἕνα παράδειγμα: «ἡ Πρίσκιλλα πού πῆρε κοντά της τόν Ἀπολλώ». Ὁ Ἀπολλώ ἦταν ἕνας σπουδαῖος ἄνθρωπος, πού εἶχε χάρισμα λόγου. Πολύς κόσμος πήγαινε νά τόν ἀκούσει. Δέν ἤξερε ὅμως πολλά γιά τόν Χριστό. Ἡ Πρίσκιλλα τόν πῆρε καί τόν κατήχησε. Ἔτσι μιά γυναίκα κατάφερε νά τόν βοηθήσει ν’ ἀνέβει πνευματικά.
 «Ἐάν τώρα αὐτό δέν ἐπιτρέπεται, εἶναι δυνατόν ὅμως κανείς νά ἐπιδείξει συνεργασία μέ τίς γυναῖκες καί νά καρπωθεῖ τό ἴδιον κέρδος. Καθόσον, ὅπως εἶπα προηγουμένως, οὔτε ἐκείνη ἑλκύει τόν ἄνδρα της, ἐπειδή εἶναι γυναίκα, καθόσον τίποτε δέν θά μποροῦσε νά ἐμποδίσει κάποιον, πού ἔχει γυναίκα πιστή, νά μείνει ἄπιστος, ἐάν φυσικά ἡ συνουσία καί ἡ συγκατοίκηση μποροῦσαν νά κατορθώσουν αὐτό. Κι ὅμως δέν εἶναι δυνατό αὐτό. Ἀλλά μόνον, ἄν ἐπιδεικνύουν πολλή φιλοσοφία καί ἐπιμονή καί ἀδιαφοροῦν γιά τίς δυσκολίες τοῦ γάμου συνεχῶς, αὐτό εἶναι πού συντελεῖ στό νά σωθεῖ ἡ ψυχή τοῦ συζύγου. Διότι ἄν ἐπιμένει νά ἐπιζητεῖ τά τῶν ἄλλων γυναικῶν, ὄχι μόνο δέν μπορεῖ νά τόν ὠφελήσει σέ τίποτε, ἀλλά καί τόν βλάπτει πάρα πολύ».
 Ἄν λοιπόν θέλει νά βοηθήσει τόν σύζυγό της, δέν πρέπει νά κοιτάζει τίς ἄλλες γυναῖκες, οὔτε νά τίς συμβουλεύεται, ἀλλά νά ζεῖ σύμφωνα μέ αὐτά πού λέει ὁ Χριστός.
 «Τό ὅτι ὅμως καί ἔτσι ἀκόμη τό πράγμα εἶναι ἀπό τά πάρα πολύ δύσκολα, ἄκουσε τί λέει: Διότι λέγει ‘πού ξέρεις γυναίκα, ἴσως σώσεις τόν ἄνδρα σου’. Δέν εἶναι σίγουρο ὅτι θά τόν σώσεις, μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ, ἀλλά αὐτό εἶναι δύσκολο. Γι’ αὐτό δέν εἶναι σωστό κάποιοι ἄνθρωποι, πού προχωροῦν σέ γάμο, ἐνῶ βλέπουν ὅτι αὐτός/αὐτή πού θά πάρουν δέν ζεῖ ἐν Χριστῶ, ἀλλά ἔχουν τόν λογισμό ὅτι μέσα στόν γάμο θά τόν/τήν ἀλλάξουν. Αὐτό δέν εἶναι καθόλου εὔκολο. Τίς περισσότερες φορές μάλιστα οἱ ἴδιοι ἀλλάζουν πρός τό χειρότερο, παρά παρασύρουν τόν ἄλλον πρός τό καλό. Αὐτό συμβαίνει γιατί ὅλοι μέσα μας ἔχουμε τήν ροπή πρός τό κακό, πού τήν κληρονομήσαμε ἀπό τούς προπάτορές μας. Πιό εὔκολα ἑλκυόμαστε στό κακό, παρά στό καλό.
 Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει πολλά γιά τίς γυναῖκες στίς ἐπιστολές του. Δίνει ἀκόμη καί ὁδηγίες γιά τό ποιά θά εἶναι ἡ στάση καί ἡ συμπεριφορά ἀνδρῶν καί γυναικῶν μέσα στή λατρεία. Λέει ὅτι «μέσα στή λατρεία οἱ γυναῖκες θά πρέπει νά εἶναι μέ καλυμμένη τήν κεφαλή καί νά προσεύχονται, ἐνῶ οἱ ἄνδρες μέ ἀκάλυπτη τήν κεφαλή» (Α΄Κορ. 11,5-7). Αὐτό δέν εἶναι ἄνευ σημασίας. Τό κάλυμμα τῆς γυναίκας ἔχει καί ἕναν πνευματικό συμβολισμό. Δείχνει ὅτι εἶναι ὑπό τήν ἐξουσία τοῦ ἄνδρα της. Ὁ ἅγιος  Χρυσόστομος λέει ὅτι αὐτό δέν τό εἶχε ἐξαρχῆς ἡ γυναίκα. Αὐτή ἡ ὑποταγή ἦρθε μετά τήν πτώση, γιατί ἡ γυναίκα ἦταν ἡ πρώτη πού παρασύρθηκε ἀπό τόν διάβολο καί μετά παρέσυρε καί τόν Ἀδάμ. Γι’ αὐτό τό πῆρε ὡς ἐπιτίμιο καί ὁ Θεός τῆς εἶπε «πρός τόν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου» (Γεν. 3,16). Ἐνῶ ὅταν τήν ἔπλασε ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ καί τήν ἐμφάνισε μπροστά του, εἶχαν ἰσοτιμία. Μετά τήν πτώση ὅμως, ἡ ὁποία ξεκίνησε ἀπό τήν Εὔα, μπῆκε στήν ὑπακοή τοῦ ἄνδρα καί αὐτό ἐκφράζεται ἀπό τό κάλυμμα. Ἀντίθετα, ὁ ἄνδρας πρέπει νά προσεύχεται χωρίς κάλυμμα, γιατί ἔτσι φανερώνει ὅτι εἶναι ἡ κεφαλή, ὁ ἀρχηγός τῆς οἰκογένειας καί δέν εἶναι ὑπό ἐξουσία. Βεβαίως ὅμως καί ὁ ἄνδρας εἶναι ὑπό τήν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ καί ὀφείλει νά Τόν ὑπακούει.
 Συνεχίζει, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «φοβοῦμαι μήπως εὐρεθοῦν ἀδιάντροποι εἰς τά ἔργα», ἀφοῦ παραδεχθοῦν δηλαδή οἱ γυναῖκες νά καλύπτονται στήν κεφαλή. Πράγμα τό ὁποῖο σήμερα δέν δέχονται ἐπ’ οὐδενί. Δέν ἀρκεῖ νά καλύπτεις μόνο τό κεφάλι σου καί νά φανερώνεις ἐξωτερικά μιά συστολή, μιά ἐντροπή, πού εἶναι καλό νά ὑπάρχει. Δέν πρέπει νά ἀφανίζουμε τήν ἐντροπή ἀπό κανέναν, οὔτε ἀπό τά παιδιά. Ἐκφράζει λοιπόν ὁ Ἰερός Χρυσόστομος τόν ἑξῆς φόβο: μήπως κι ἄν καλύψουν τήν κεφαλή τους μέ κάλυμμα, ἀποδειχτοῦν ἀδιάντροπες στά ἔργα.
 «Γι’ αὐτό λοιπόν, ὅταν γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν ἀπόστολο Τιμόθεο, πρόσθεσε καί τά ἀκόλουθα: ‘’Νά εἶναι οἱ γυναῖκες μέ σεμνή ἐνδυμασία, μέ ἐντροπή καί μέ σωφροσύνη’’. Γιατί ἐάν δέν πρέπει νά ἔχουν γυμνή τήν κεφαλή, ἀλλά νά φέρουν παντοῦ τό σύμβολο τῆς ἐξουσίας, πολύ περισσότερο πρέπει νά δεικνύουν αὐτό μέ τίς πράξεις τους». Πρέπει λοιπόν νά δείχνουν ὅτι εἶναι ἄνθρωποι τῆς ὑπακοῆς καί ἔχουν έντροπή καί σωφροσύνη.
 «Ἔτσι λοιπόν καί οἱ γυναῖκες τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς (ἐννοεῖ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ἅγιες γυναῖκες), ὀνόμαζαν καί κυρίους τούς ἄνδρας καί παρεχώρουν σ’ αὐτούς τά πρωτεῖα». Δέν ντρεπόντουσαν νά ποῦν τόν ἄνδρα τους ‘κύριο’, νά παραδεχτοῦν ὅτι εἶναι κύριός τους. Αὐτό ἔκαναν οἱ ἅγιες γυναῖκες, ἡ Σάρα, ἡ Ρεβέκκα , ἡ Λεία.
 «Γνωρίζω κι ἐγώ καί δέν μοῦ εἶναι ἄγνωστο. Ἀλλά ὅταν σέ προτρέπομεν δι’ ὅσων ἁρμόζουν σέ σέ, μήν βλέπεις ὅσα ἀφοροῦν σ’ ἐκείνους. Διότι καί ὅταν προτρέπουμε τά παιδιά νά ὑπακοῦν στούς γονεῖς μέ τό νά λέγομεν ὅτι εἶναι γραμμένο νά τιμᾶς τόν πατέρα σου καί τή μητέρα σου (Εξοδ. 20, 12), τότε αὐτά λένε σέ μᾶς: ‘Πές καί τή συνέχεια, ὅτι κι ἐσεῖς οἱ γονεῖς μήν παροργίζετε τά τέκνα ὑμῶν’ (Ἐφ. 6,4)».
 Λέει λοιπόν στίς γυναῖκες νά μήν κάνουν αὐτά, πού κάνουν καί τά παιδιά. Ἐγώ σᾶς λέω τί θέλει ὁ Θεός. Μή μοῦ λέτε τί δέν κάνουν οἱ ἄνδρες. Σᾶς λέω τί ἔκαναν οἱ γυναῖκες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μή μοῦ πεῖτε ὅμως ὅτι καί οἱ ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ἅγιοι, γι’ αὐτό καί οἱ γυναῖκες τους ἦταν ἅγιες. Δέν εἶναι σωστός λογισμός νά σκέφτεσαι ὅτι ἐφόσον οἱ ἄνδρες δέν εἶναι ἅγιοι, δέν θά εἶναι καί οἱ γυναῖκες ἅγιες. Εἶναι λάθος λογισμός, ὅπως ὅταν λέτε στά παιδιά νά τιμοῦν τούς γονεῖς τους καί τά παιδιά λένε ὅτι δέν πρέπει καί οἱ γονεῖς νά τά παροργίζουν. Σκέφτονται λοιπόν τά παιδιά πώς ἄν οἱ γονεῖς τά παροργίζουν, τότε κι αὐτά δέν θά τούς τιμᾶνε. Αὐτό ὅμως δέν εἶναι σωστό. Ὁ καθένας πρέπει νά κάνει αὐτό πού ὁρίζει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἄν τό κάνει ὁ ἄλλος.
 «Καί στούς δούλους ὅταν ποῦμε ὅτι εἶναι γραμμένο νά ὑπακοῦν στούς κυρίους τους καί νά ὑπηρετοῦν μέ καλή διάθεση κι αὐτοί πάλι ἀπαιτοῦν ἀπό ἐμᾶς τή συνέχεια αὐτοῦ πού εἶναι γραμμένο καί ζητοῦν νά προτρέπουμε τά ἴδια καί στούς κυρίους. Γιατί κι ἐκείνους (τούς κυρίους) τούς διέταξε ὁ Παῦλος λέγων ‘νά καταργήσουν τή φοβέρα’».
 Ξανά αὐτός ὁ λάθος λογισμός. Ἀκόμα δηλαδή κι ἄν ὁ κύριος φέρεται ἄσχημα στόν δοῦλο, δέν πρέπει ὁ δοῦλος νά μήν τόν ὑπακούσει, ἀλλά νά τηρήσει τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, δηλαδή νά ὑπηρετεῖ μέ καλή διάθεση τό ἀφεντικό του.
 «Ἄς μήν κάνουμε ἔτσι. Οὔτε νά ζητοῦμε αὐτά πού ἔχουν διαταχθεῖ σέ ἄλλους, ὅταν κατηγορούμαστε γιά τά δικά μας». Ἀφοῦ δηλαδή κάποιος δέν κάνει αὐτό πού πρέπει καί δέν ζεῖ σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπάρχει λόγος νά φέρει ὡς δικαιολογία τόν ἄλλον πού δέν τό κάνει. Αὐτό δέν εἶναι ἐπιχείρημα.
 «Διότι οὔτε ἄν κάνεις κάποιον συνένοχο στίς ἐναντίον σου κατηγορίες, θά ἀπαλλαγεῖς ἀπό τήν εὐθύνη». Εἶναι διαβολικό αὐτό. Ἄν δηλαδή εἴμαστε πολλοί καί ὅλοι παραβαίνουμε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός θά μᾶς συγχωρέσει; Ὄχι βέβαια. Ὁ διάβολος σκέφτεται μ’ αὐτόν τόν τρόπο, γι’ αὐτό προσπαθεῖ νά μᾶς πάρει ὅλους στήν κόλαση. Σκέφτεται, δηλαδή, ὅτι μπορεῖ ὁ Θεός, ἄν δεῖ στό τέλος ὅτι εἶναι πολλοί, πού δέν τήρησαν τόν νόμο Του, νά μᾶς λυπηθεῖ καί νά μᾶς συγχωρήσει. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι. Ὁ Παράδεισος καί ἡ κόλαση εἶναι τρόπος, εἶναι σχέση ἤ ‘’ἀσχετοσύνη’’ -ἀντίστοιχα- μέ τόν Χριστό. Ὁταν ἔχεις καλή σχέση μέ τόν Χριστό, ἔχεις σχέση ἀγάπης, ὁπότε θά εἶσαι στόν Παράδεισο. Αὐτός εἶναι ἄλλωστε ὁ Παράδεισος, τό ν’ ἀγαπᾶς τόν Χριστό. Δέν μᾶς βάζει ὁ Θεός αὐθαίρετα ὅπου θέλει, ἀλλά ἐμεῖς τοποθετούμαστε ἀνάλογα μέ τό ἄν Τόν ἀγαπᾶμε ἤ ὄχι.
 Μή νομίζεις λοιπόν ὅτι ἐπειδή ἔχεις πολλούς συνενόχους, πού κι αὐτοί παραβαίνουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, θά σωθεῖς καί ἐσύ μαζί τους καί θά ἀπαλλαγεῖς ἀπό τήν εὐθύνη.
 «Ἀλλά ἕνα πράγμα μόνο νά ἐπιδιώκεις: πῶς θά ἀπαλλαγεῖς ἀπό τίς εὐθύνες σου», ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί κάνουν οἱ ἄλλοι. «Διότι καί ὁ Ἀδάμ ἀπέδωσε τήν αἰτία στή γυναίκα». Κάνουμε λοιπόν τό ἴδιο λάθος, πού εἶχε κάνει ὁ Ἀδάμ. Ὁ Θεός εἶχε πεῖ στόν Ἀδάμ νά μήν φάει ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό. Ἄρα ἦταν λάθος νά κατηγορήσει τήν Εὔα. Μάλιστα δέν εἶπε ἁπλῶς ὅτι φταίει ἡ Εὔα, ἀλλά ὅτι φταίει ἡ γυναίκα, πού μοῦ ἔδωσες. Οὐσιαστικά κατηγόρησε τόν Θεό, ὅτι Αὐτός φταίει τελικά. Ἔκανε δηλαδή αὐτόν τόν φοβερά διαβολικό λογισμό καί δικαιολογήθηκε. Ἄν σκεφτόταν καί τοποθετοῦνταν ὑπεύθυνα καί ζητοῦσε συγχώρεση ἀπό τόν Θεό, συνειδητοποιώντας τό λάθος του, ὁ Θεός θά τόν συγχωροῦσε καί δέν θά ἔχανε τόν Παράδεισο. Βλέπετε τί παθαίνουμε μέ τή δικαιολογία;
 Ἡ γυναίκα, ἀπό τήν ἄλλη, ἄν τοποθετοῦνταν ὑπεύθυνα, θά παρέμενε στόν Παράδεισο. Ὅμως ἔριξε τήν εὐθύνη στό φίδι, τό ὁποῖο ἔφτιαξε ὁ Θεός. Δηλαδή κι αὐτή, ἀπό τήν πλευρά της, ὑπονοοῦσε ὅτι φταίκτης εἶναι ὁ Θεός, πού ἔφτιαξε τό φίδι καί τήν παραπλάνησε.
 «Οὔτε ἐσύ μή μοῦ λές τώρα αὐτό. Ἀλλά νά προσπαθεῖς μέ κάθε εὐγνωμοσύνη, νά ἀποδίδεις αὐτά πού ὀφείλεις στόν ἄνδρα», ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί ἄνδρα ἔχεις. Μήν τοποθετεῖσαι στόν ἄνδρα ἀνάλογα μέ τό πῶς σοῦ φέρεται ἐκεῖνος. Εἶναι λάθος νά τό κάνεις αὐτό. Θά τοποθετεῖσαι ἀνάλογα μ’ αὐτά πού λέει ὁ Θεός, ἀδιαφόρως τί κάνει ὁ σύζυγος.
 «Διότι καί ὅταν ὁμιλῶ στόν ἄνδρα σου καί τόν συμβουλεύω νά σέ ἀγαπᾶ καί νά σέ περιποιεῖται, δέν τόν ἀφήνω νά προβάλει τόν νόμο πού ἐγράφη γι’ αὐτόν». Λέει λοιπόν ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ὅτι καί τούς ἄνδρες τούς συμβουλεύει τά ἴδια πράγματα, δηλαδή ν’ ἀγαπᾶνε τίς γυναῖκες τους ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν κι αὐτές τούς ἀγαποῦν, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Αὐτό λέει τώρα καί στίς γυναῖκες. Πρέπει νά σέβονται τούς ἄνδρες τους, ἀκόμα κι ἄν αὐτοί δέν τίς σέβονται ἤ δέν τίς ἀγαποῦν.
 «Καί μήν προβάλεις ὡς δικαιολογία τόν νόμο τόν ἀνθρώπινο». Ὑπάρχει πράγματι ἕνας ἄγραφος νόμος, πού ἐπιτρέπει στόν ἄνρα την ἀνηθικότητα, ἀλλά ὄχι στήν γυναίκα. Αὐτό κυρίως ἴσχυε παλαιότερα. Στήν ἐποχή μας ἔχουν ξεφύγει ἀπό τά ὅρια καί τά δύο φύλα. Ὁ ‘νόμος ’ αὐτός λοιπόν ἐπιτρέπει τήν πορνεία ἤ τή μοιχεία στόν ἄνδρα καί ὄχι στή γυναίκα. Αὐτό ὅμως δέν εἶναι σωστό. Ἡ πορνεία εἶναι ἁμαρτία εἴτε γιά τόν ἄνδρα εἴτε γιά τή γυναίκα καί ὅποιος τήν κάνει, σφάλει καί εἶναι ἔνοχος. Σέ κανέναν δέν ἐπιτρέπεται, γι’ αὐτό λέει νά μήν ἐπικαλούμαστε τόν ἀνθρώπινο αὐτό νόμο.
 «Κι ἐσύ λοιπόν μόνον αὐτά πού πρέπουν σ’ ἐσένα νά πράττεις μέ πολλή ἐπιμέλεια καί νά προσφέρεις τόν ἑαυτό σου εὐπειθή στόν σύζυγό σου». Νά κανονίσεις τή ζωή σου ὄχι σύμφωνα μέ τούς ἀνθρώπινους νόμους, οἱ ὁποῖοι στίς μέρες μας ὅλο καί πιό παράνομοι γίνονται. Βλέπετε τώρα νομοθετοῦνται σιγά σιγά οἱ διαστροφές, ὅπως ἡ ὁμοφυλοφιλία, ἡ συμβίωση κ.ἄ. Αὐτά εἶναι νόμιμα γιά τόν κόσμο. Ὅμως οἱ χριστιανοί δέν ἔχουμε ὥς ὑπέρτατο νόμο τό Σύνταγμα ἤ τούς νόμους τοῦ κράτους, ἀλλά τόν Χριστό, τήν ἱερά παράδοση καί τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας.
 «Ἐάν, διά τόν Θεό, πείθεσαι στόν ἄνδρα, μήν μοῦ λέγεις αὐτά πού ἐκεῖνος ὀφείλει νά πράττει, ἀλλά νά ἐκτελεῖς μέ ἀκρίβεια, αὐτά γιά τά ὁποῖα σέ κατέστησε ὑπεύθυνο ὁ νομοθέτης». Ἡ γυναίκα νά μήν ἀσχολεῖται μέ τό τί πρέπει νά κάνει ὁ ἄνδρας, ἀλλά νά ἐξετάζει ἄν ἡ ἴδια τηρεῖ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ.
 «Διότι αὐτό κατεξοχήν εἶναι τό νά ὑπακούεις εἰς τόν Θεόν, δηλαδή τό νά μήν παρασαλεύεις τόν νόμο, ἀκόμη καί ὅταν προσβάλλεσαι ἀπό ἀντιξοότητες». Ἐκεῖ θά φανεῖ ἄν ἀγαπᾶς τόν Θεό. Ὅταν τηρεῖς τόν νόμο Του, ἐνῶ ὑπάρχουν δυσκολίες. Ὅταν ὁ σύζυγος σ’ ἀγαπάει, εἶναι ἄψογος καί ὅλα εἶναι εὔκολα, τηροῦμε καί εὔκολα τόν νόμο. Τό θέμα εἶναι νά κάνεις ὑπακοή, ὅταν εἶναι δύσκολα τά πράγματα. Ἄλλωστε καί ὁ Χριστός μᾶς τό εἶπε ὅτι «δέν ἔχει σημασία ἄν ἀγαπᾶτε αὐτούς πού σᾶς ἀγαπᾶνε. Οἱ ἐγκληματίες, οἱ κλέφτες καί οἱ ληστές ἀγαπιοῦνται μεταξύ τους» (Λουκ. 6,32). Τό σπουδαῖο εἶναι ν’ ἀγαπᾶς αὐτόν πού δέν σ’ ἀγαπάει. Αὐτό σημαίνει μή ἀνταποδοτική ἀγάπη καί πνευματική πρόοδος.
 Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἕνα προπονητήριο. Προπονεῖσαι νά μάθεις τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη, πού μόνο αὐτή θά μᾶς πάει στόν Παράδεισο. Ἄν μείνουμε στήν ἰδιοτελή, ἀνταποδοτική ἀγάπη, ὅπου δίνεις μόνο ἄν πάρεις, τότε δέν εἴμαστε στόν σωστό δρόμο καί δέν θά πᾶμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δίνει τήν οἰκογένεια. Γιά ν’ ἀγαπᾶμε, χωρίς νά ζητᾶμε ἀνταπόδοση, ἀνταπόκριση. Νά κάνουμε ὑπομονή στήν ὕβρη καί τήν προσβολή, πού μᾶς κάνει ὁ ἄλλος. Νά κάνουμε καλό καί νά παίρνουμε κακό. Εἴδατε τί ὡραῖα τό λέει ὁ λαός μας, ὁ ὁποῖος εἶναι ποτισμένος μέ τό εὐαγγέλιο; «Κάνε τό καλό καί ρίξτο στό γιαλό». Δέν λέει: κάνε τό καλό καί ζήτα μισθό ἤ ἄν δέν σοῦ δώσουν μισθό, σταμάτα νά κάνεις τό καλό. Γιά πόσο; Διά βίου, γιά πάντα. Ἐμεῖς θά κάνουμε τό καλό κι ἄς μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι κακό. Ἐμεῖς τό κάνουμε γιά τόν Χριστό, ὄχι γιά νά μᾶς τό ἀνταποδώσουν.
 Μᾶς συμφέρει κιόλας νά μήν μᾶς ἀνταποδώσουν τό καλό, διότι τότε θά μᾶς τό ἀνταποδώσει ὁ Χριστός. Ἄν, ὡστόσο, λάβουμε τήν ἀνταπόδοσή μας ἐδῶ, χάνουμε αὐτήν ἀπό τόν Χριστό. Ἄλλωστε καί ὁ Χριστός τό λέει ὅτι «ἀπέλαβες σύ τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου» (Λουκ. 16,25), δηλαδή πῆρες τόν μισθό σου ἀπό τούς ἀνθρώπους, ὁπότε δέν ἔχεις νά πάρεις κάτι ἀπό Ἐμένα. Εἶναι λοιπόν καλύτερο νά μήν μᾶς ἀνταποδίδουν οἱ ἄνθρωποι τό καλό πού τούς κάνουμε. Γι’ αὐτό σέ κάποια ἄλλη συνάφεια εἶπε ὁ Χριστός «ὅταν κάνεις τραπέζι, μήν καλέσεις αὐτούς πού ἔχουν τή δυνατότητα νά σοῦ ἀνταποδώσουν τό τραπέζι. Κάλεσε τυφλούς, χωλούς, ἀνάπηρους, φτωχούς, ὀρφανά και χῆρες, πού δέν ἔχουν τή δυνατότητα νά στά ἀνταποδώσουν, γιά νά πάρεις τόν μισθό σου ἀπό τόν Πατέρα σου τόν Οὐράνιο» (Λουκ. 14,13-14). Ποιός τό κάνει αὐτό σήμερα; Ἐμεῖς κάνουμε σ’ αὐτούς πού ξέρουμε ὅτι θά μᾶς τό ἀνταποδώσουν, δανείζουμε σ’ αὐτούς πού ἐλπίζουμε ὅτι θά μᾶς τά ἐπιστρέψουν. Ὁ Χριστός ὅμως λέει νά δανείζουμε σ’ ὅλους χωρίς νά ἐξετάζουμε ἄν θά μᾶς τά ἐπιστρέψουν.
 Ἔτσι καί στή συζυγική συμβίωση, πρέπει νά μή μᾶς ἀπασχολεῖ ἄν ὁ ἄλλος μᾶς ἀγαπάει. Πρέπει ἐμεῖς νά κάνουμε τό καλό καί νά δίνουμε ἀγάπη χωρίς νά περιμένουμε. Παντρεύονται οἱ ἄνθρωποι γιατί θέλουν νά ἔχουν κάποιον πού νά τούς ἀγαπάει. Αὐτή εἶναι ἐσφαλμένη αἰτία γάμου. Ἡ σωστή αἰτία εἶναι νά παντρεύεσαι γιά νά μάθεις ἐσύ ν’ ἀγαπᾶς. Νά βγεῖς ἀπό τόν ἑαυτό σου, νά μάθεις νά δίνεις, χωρίς νά ζητᾶς ἀγάπη. Παντρεύεσαι δηλαδή γιά νά σωθεῖς. Δέν παντρεύεσαι γιά νά ἔχεις κάποιον νά σέ στηρίζει συναισθηματικά ἤ οἰκονομικά, νά νιώθεις ἀσφάλεια. Αὐτός δέν εἶναι σωστός σκοπός. Ὁ σκοπός τοῦ γάμου εἶναι ἡ θέωση, ἡ σωτηρία. Ἄν δέν ξεκινᾶμε μέ σωστό λογισμό, στή συνέχεια στεναχωριόμαστε, γιατί δέν θά βροῦμε τό ἐπιδιωκόμενο.
 Δέν θά βρεῖς ἀγάπη σέ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο. Ποιός ἀγαπάει πραγματικά; Μόνο αὐτός πού ἔχει ζωντανή σχέση μέ τόν Χριστό. Ἡ ἀγάπη εἶναι κι αὐτή στοιχεῖο τοῦ καρποῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ὁ καρπός τοῦ Πνεύματος ἐστίν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη…» (Γαλ. 5, 22). Μήν ψάχνεις ἀγάπη σ’ ἕναν ἄνθρωπο, πού δέν ἔχει ζωντανό τό ἅγιο Πνεῦμα μέσα του. Ξέρετε τί σημαίνει ζωντανό τό ἅγιο Πνεῦμα; Νά ἔχει ἀδιάλειπτη προσευχή μέσα στήν καρδιά του. Νά ἀκούει μέσα στήν καρδιά του τό ἅγιο Πνεῦμα ὅταν προσεύχεται. Αὐτός μόνο ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀληθινή ἀγάπη.
 Κατεξοχήν λοιπόν τό νά ὑπακοῦς στόν Θεό σημαίνει νά μήν παρασαλεύεις στόν νόμο ἀκόμα καί ὅταν προσβάλλεσαι ἀπό ἀντιξοότητες. «Διότι γι’ αὐτό ἐκεῖνος μέν πού ἀγαπᾶ, ἐκεῖνον ἀπό τόν ὁποῖον ἀγαπᾶται, τίποτα μέγα δέν θεωρεῖται ὅτι κάνει. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού περιποιεῖται ἐκεῖνον πού τόν μισεῖ, αὐτός λαμβάνει στέφανο. Μέ τόν ἴδιο τρόπο λοιπόν κι ἐσύ νά συλλογίζεσαι ὅτι ἐάν μέν ὑπομείνεις τόν ἄνδρα, ἐνῶ εἶναι φορτικός, θά λάβεις λαμπρό στέφανο. Ἀν ὅμως τόν ὑπομείνεις ἐνῶ εἶναι ἤρεμος καί πρᾶος, γιά ποιό πράγμα θά σοῦ δώσει μισθό ὁ Θεός; Καί αὐτά τά λέγω, ὄχι γιά νά προτρέπω τούς ἄνδρες γιά νά γίνονται θρασύτεροι, ἀλλά γιά νά πείσω τίς γυναῖκες νά ὑπομένουν τούς ἄνδρες, ἀκόμα κι ὅταν εἶναι θρασεῖς. Διότι ὅταν ὁ καθένας σπεύδει νά ἐκπληρώσει τά δικά του καθήκοντα, σύντομα θά γίνει τό ἴδιο καί ἀπό τόν πλησίον».
 Θέλεις ὁ ἄνδρας σου νά γίνει καλός; Ἐκπλήρωσε ἐσύ τά καθήκοντά σου, τηρώντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί θά δεῖς σύντομα καί τόν ἄλλον ν’ ἀλλάζει. Γιατί ὅταν ἐσύ τηρεῖς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔχεις τόν Θεό μέσα σου. Λέει ὁ Μέγας Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής «μέσα στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, κρύβεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός». Καθένας πού τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἔχει μέσα του τόν Χριστό, τόν Πατέρα καί ὅλη τήν Ἁγία Τριάδα. Ὅταν λοιπόν ὑπάρχει ἡ Ἁγία Τριάδα μέσα σου, βρίσκεται δίπλα καί στόν ἄνδρα σου καί ὁ Χριστός σιγά σιγά θά τόν ἀλλάξει.
 «Ὅπως ὅταν ἡ γυναίκα εἶναι προετοιμασμένη νά ὑπομένει τόν ἄνδρα ἀκόμα κι ὅταν γίνεται σκληρός, ὅταν ὁ ἀνήρ δέν τήν κακομεταχειρίζεται, ἀκόμα κι ἄν τόν ἐξοργίζει, τότε τά πάντα εἶναι γαλήνη καί λιμήν, πού εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπό κύματα». Τό λέει καί ἡ παροιμία ‘τσακωμός μέ ἕναν δέ γίνεται’. Ὅταν κάποιοι τσακώνονται δέν φταίει μόνο ὁ ἕνας, ἀλλά καί οἱ δύο. Ἄν ὁ ἕνας εἶναι ἀποφασισμένος νά τηρήσει τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τότε δέν μπορεῖ νά γίνει ποτέ τσακωμός. Θά ἀρχίσει ὁ ἕνας νά προκαλεῖ, ἀλλά ἄν ὁ ἄλλος δέν ἀπαντήσει, θά ἀποφευχθεῖ ὁ τσακωμός.
 «Ἔτσι γινόταν καί στούς παλαιούς. Ὁ καθένας ἔκανε τά καθήκοντά του. Δέν ἀπαιτοῦσε ἀπό τόν πλησίον νά κάνει τά δικά του. Πρόσεξε. Ἐδέχθη ὁ Ἀβραάμ τόν ἀνεψιό του (Λώτ). Δέν τόν κατηγόρησε ἡ σύζυγος (ἡ Σάρα) πού τόν δέχτηκε (γιατί ὁ Λώτ κοίταζε τό συμφέρον του). Ἐπρόσταξε αὐτήν νά βαδίσει ὁδόν μακράν». Τήν πῆρε ἀπό τή Μεσοποταμία, τό σημερινό Ἰράκ καί τήν πῆγε στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ἀλλά ἐκείνη δέν τοῦ παραπονέθηκε. «Πάλι μετά ἀπό ἐκεῖνες τίς πολλές ταλαιπωρίες, τούς κόπους καί τούς ἱδρῶτες, ἀφοῦ ἔγινε κύριος ὅλων, ὁ Ἀβραάμ, παραχώρησε τά πρωτεῖα στόν Λώτ καί ὄχι μόνο δέν δυσαρεστήθηκε ἡ Σάρα γι’ αὐτό, ἀλλά οὔτε ἄνοιξε τό στόμα. Οὔτε εἶπε τίποτα τέτοιο, σάν αὐτά πού λένε πολλές ἀπό τίς γυναῖκες, ὅταν δοῦν τούς συζύγους τους νά χάνουν ἀγαθά μέ τέτοιες πράξεις καί μάλιστα ἀπό κατώτερους, καθώς τούς κατηγοροῦν καί τούς ὀνομάζουν μωρούς καί ἀνόητους καί ἄνανδρους καί προδότες καί νωθρούς. Ἐκείνη ὅμως τίποτε τέτοιο, οὔτε εἶπε, οὔτε σκέφτηκε. Ἀλλά δέχτηκε ὅλα ὅσα ἔγιναν ἀπό ἐκεῖνον», ἀπό τόν Ἀβραάμ.
 Ὁ Ἀβραάμ ὅταν ἔμαθε ὅτι τσακώνονται οἱ βοσκοί του μέ τούς βοσκούς τοῦ Λώτ γιά τά βοσκοτόπια, κάλεσε τόν Λώτ νά τοῦ πεῖ πώς δέ εἶναι σωστό νά μαλώνουν οἱ βοσκοί μας. Παρόλο, λοιπόν, πού ὡς ἀνιψιός του ἦταν κατώτερός του, τοῦ εἶπε νά διαλέξει ποιό κομμάτι γῆς θέλει. Ἄν ,τοῦ εἶπε, πᾶς ἐσύ δεξιά, ἐγώ θά πάω ἀριστερά, ἄν ἐσύ πᾶς ἀριστερά, ἐγώ θά πάω δεξιά. Τότε ὁ Λώτ διάλεξε ἀμέσως τό καλύτερο μέρος, τήν πεδιάδα, τά Σόδομα καί τά Γόμορρα. Ἡ Σάρα δέν ἀντέδρασε, πού ὁ Ἀβραάμ ἔβαλε τόν Λώτ νά διαλέξει, ἄν καί ἦταν κατώτερός του. Δέν μίλησε καί ἄφησε τόν Ἀβραάμ νά χάσει. Φαινομενικά ὁ Ἀβραάμ ἔχασε ἀφοῦ τό μέρος πού τοῦ ἔμεινε ἦταν τά βουνά. Μετά ὅμως ἀπό λίγο ἔγινε ἡ καταστροφή καί ὁ Λώτ ἔφυγε κακεῖν κακῶς ἀπό τά Σόδομα καί τά Γόμορρα. Βλέπετε πῶς ἐνεργεῖ ὁ Θεός καί πῶς ἐνεργοῦσαν καί οἱ γιοι καί οἱ ἅγιες γυναῖκες;
 «Καί τό ἀκόμα μεγαλύτερο. Μετά δηλαδή ἀπό τό ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε κύριος τοῦ νά ἐκλέξει καί νά ἀφήσει τήν πλέον ἄγονη γῆ στόν θεῖο του, βρέθηκε σέ μεγάλο κίνδυνο. Πῆγε στήν πεδιάδα, ἀλλά τήν πεδιάδα τήν ἐποφθαλμιοῦσαν», γιατί ὅπου ὑπάρχει πλοῦτος, ὑπάρχουν καί κλέφτες. «Κι ὅταν ἔμαθε λοιπόν ὁ Πατριάρχης ὅτι κινδύνευε ὁ ἀνεψιός του, ὁ Λώτ», ὁ ὁποῖος ἀνθρωπίνως, θά λέγαμε, τόν εἶχε ἀδικήσει, «τότε ὅπλισε ὅλους τούς δικούς του», ὁλόκληρη τήν Πατριαρχική οἰκογένεια «καί προετοιμαζόταν νά ἀντιμετωπίσει ὅλο τό στρατόπεδο τῶν Περσῶν μόνος μέ τούς ὑπηρέτες του». Ἤθελε νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἀνεψιό του, τόν Λώτ, πού τοῦ εἶχε φερθεῖ ἄσχημα καί τόν εἶχε ἀδικήσει.
 «Καί οὔτε τότε τόν ἐμπόδισε ἐκείνη». Θά μποροῦσε ἡ Σάρα νά πεῖ στόν Ἀβραάμ ἐπιτέλους νά ἀφήσει τόν Λώτ μόνο του, ὥστε τό πάθημα νά τοῦ γίνει μάθημα. Ὅμως δέν εἶπε τίποτα τέτοιο.
 «Οὔτε εἶπε αὐτά πού θά ἦταν φυσικό νά πεῖ: ΄΄ἄνθρωπε ποῦ πηγαίνεις; Ὁδηγῶν τόν ἑαυτόν σου σέ κρημνούς καί ἐκθέτων αὐτόν σέ τόσους κινδύνους, χύνων τό αἷμα σου, χάριν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος συμπεριφέρθηκε κακῶς σ’ ἐσένα καί σ’ ὅλα τά δικά σου; Ἀλλά κι ἄν καταφρονεῖς τόν ἑαυτό σου, τότε λυπήσου ἐμένα, πού ἐγκατέλειψα σπίτι καί πατρίδα καί φίλους καί συγγενεῖς καί σ’ ἀκολούθησα σέ τέτοιο ταξίδι. Καί μή μέ περιβάλεις μέ τήν χηρεία καί τίς δυστυχίες της’».
 Θά μποροῦσε λοιπόν νά τοῦ τονίσει ὅτι εἶναι παράλογο νά διακινδυνέψει γιά χάρη τοῦ Λώτ, πού τόν εἶχε ἐκμεταλλευτεῖ καί τόν ἀδίκησε. Ἐπίσης θά μποροῦσε νά ἐπικαλεστεῖ τό ὅτι τόν ἀκολούθησε παντοῦ ἐγκαταλείποντας τήν πατρίδα της καί τούς δικούς της ἀνθρώπους καί ὅτι ἄν ὁ Ἀβραάμ τώρα πήγαινε στόν πόλεμο γιά χάρη τοῦ Λώτ, ἴσως τήν ἄφηνε χήρα.
 «Τίποτα ἀπό αὐτά δέν εἶπε ἡ Σάρα, οὔτε σκέφτηκε, ἀλλά ὑπέμεινε τά πάντα μέ σιωπή. Μετά ἀπό αὐτά, ἐπειδή παρέμενε ἄγονος ἡ κοιλία της (ἦταν στείρα), αὐτή μέν δέν πάσχει ὅσα πάσχουν οἱ γυναῖκες συνήθως, οὔτε κλαίει. Ἐκεῖνος δέ θρηνεῖ, ὄχι ὅμως πρός τή γυναίκα, ἀλλά πρός τόν Θεό. Καί πρόσεξε πῶς ὁ καθένας διαφυλάττει αὐτό πού ἀνήκει σ’ αὐτόν. Οὔτε δηλαδή αὐτός περιφρόνησε τή Σάρα ὡς ἄτεκνη, οὔτε τήν κατηγόρησε γιά τίποτα τέτοιο. Κι ἐκείνη πάλι φρόντισε νά ἐπινοήσει γι’ αὐτόν κάποια παρηγοριά γιά τήν ἀτεκνία. τήν ὑπηρέτρια». Τότε δέν ἀπαγορευόταν αὐτά, ὅπως σήμερα. «Τώρα ὅμως οὔτε στίς γυναῖκες συγχωρεῖται νά ἐπιτρέπουν τέτοια στούς ἄνδρες τους, οὔτε σ’ ἐκείνους. Εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοία τῶν γυναικῶν νά ἐπιχειροῦν τέτοιου εἴδους σαρκικές νύξεις, ἀκόμη κι ἄν ἄπειρες φορές τούς στενοχωρεῖ ἡ λύπη, ἀπό τήν ἀτεκνία. Διότι θά ἀκούσουν κι αὐτοί ὅτι ‘ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτήσει, καί τό πῦρ οὐ σβεσθήσεται’ (Ησ. 66,24)».
 Τότε ἐπιτρεπόταν νά ἔχει ὁ ἄνδρας σχέση καί μέ μία ἄλλη γυναίκα, ὁπότε νά ἔρθει σέ σχέση μέ τήν ὑπηρέτρια -στήν προκειμένη περίπτωση- τήν ὁποία τήν ἔδωσε ἡ ἴδια ἡ σύζυγός του. Αὐτό ἦταν νόμιμο. Τό ἔκανε γιά νά τόν παρηγορήσει γιά τή δική της ἀτεκνία.
 «Ἡ Σάρα τό ἔκανε αὐτό καί ἐκεῖνος ὑπήκουε. Καί οὔτε μ’ αὐτόν τόν τρόπο γινότανε γιά ἡδονή, ἀλλά γιά τήν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ». Ὁ Ἀβραάμ εἶχε πάρει ὑπόσχεση ἀπό τόν Θεό ὅτι θά ἔχει πολλούς ἀπογόνους κι αὐτός εἶχε μιά γυναίκα στείρα.
 «Κοίταξε ὅμως θά εἰπῆς πῶς ἐξεδίωξεν πάλιν τήν δούλην, ὅταν θέλησε ἡ Σάρα». Αὐτή ἡ ὑπηρέτρια, πού τοῦ εἶχε δώσει, φερόταν μετά μέ ὑπερηφάνεια καί δέν συμπεριφερόταν καλά στήν κυρία της, τήν Σάρα. Μπορεῖ ἡ Σάρα νά ἦταν ἄτεκνη, ἀλλά ἦταν κυρία της καί ὄφειλε νά τή σέβεται. Ὅταν λοιπόν ἡ Σάρα στεναχωρήθηκε, ὁ Ἀβραάμ ἔδιωξε τήν ὑπηρέτρια, παρόλο πού εἶχαν κάνει παιδί.
 «Ἀλλά καί ἐγώ αὐτό θέλω νά σοῦ ἀποδείξω. Ὅτι δηλαδή κι αὐτός σέ ὅλα ἐπείθετο σ’ ἐκείνη κι ἐκείνη σ’ αὐτόν. Πλήν ὅμως μήν προσέχεις μόνο σ’ αὐτά, ἀλλά ἐνῶ αὐτή λέγει αὐτά, ἐσύ νά ἐξετάζεις καί τά προηγούμενα. Ὅτι δηλαδή συμπεριφέρετο μέ αὐθάδεια πρός αὐτήν, ὅτι ἐκαυχάτο ἐναντίον τῆς κυρίας, ἀπό τό ὁποῖο τί θά ἦταν ὀδυνηρότερο γιά μιά ἐλεύθερη καί σεβαστή γυναίκα»; Ἐπειδή λοιπόν φερόταν ἄσχημα ἡ δούλη, γι’ αὐτό στεναχωρήθηκε ἡ Σάρα καί ὁ Ἀβραάμ πῆρε τό μέρος τῆς γυναίκας του καί τήν ἔδιωξε.
 «Ἄς μήν περιμένει λοιπόν τήν ἀρετή τοῦ ἀνδρός ἡ γυναίκα καί τότε νά δίδει τή δική της». Νά μήν περιμένει ἡ γυναίκα νά γίνει ὁ ἄνδρας της καλός, γιά νά φανερώσει κι ἐκείνη τήν ἀρετή της. Πρέπει ἡ γυναίκα νά δείξει τήν καλοσύνη της, ἀσχέτως ἄν ὁ ἄνδρας της ἔχει ἤ δέν ἔχει γίνει καλός ἀκόμα.
 «Διότι αὐτό δέν εἶναι τίποτε τό σπουδαῖο. Οὔτε πάλι ὁ ἀνήρ νά περιμένει τή χρηστοήθεια τῆς γυναικός καί τότε νά ἐκτελεῖ τά καθήκοντά του ἐπιμελῶς. Διότι οὔτε αὐτό εἶναι κατόρθωμά του. Ἀλλά ὁ καθένας ἄς δίδει τά δικά του, πρίν ἀπό τόν ἄλλον».
 Εἶναι πολύ σημαντικό αὐτό γενικότερα γιά τίς σχέσεις μας. Συνήθως οἱ ἄνθρωποι περιμένουμε τόν ἄλλον νά κάνει τό πρῶτο βῆμα γιατί ἐμεῖς δέ θέλουμε νά ταπεινωθοῦμε. Αὐτό στό βάθος εἶναι ἐγωισμός. Δέν θέλουμε νά κάνουμε τό πρῶτο βῆμα καί νά δείξουμε ἀγάπη καί καλοσύνη. Περιμένουμε τόν ἄλλον νά κάνει τήν πρώτη κίνηση. Τό σωστό εἶναι νά κάνουμε πρῶτοι ἐμεῖς τό καλό καί μέ αὐτόν τόν τρόπο θά βοηθήσουμε καί τόν ἄλλον νά γίνει καλός.
 «Διότι ἐάν στούς μή πιστούς, ὅταν μᾶς χτυποῦν στή δεξιά πρέπει νά δίνουμε καί τήν ἄλλη σιαγόνα, τότε πολύ περισσότερο πρέπει νά ὑπομένουμε ἄνδρα σκληρό. Καί δέν λέγω αὐτό γιά νά δέρεται ἡ γυναίκα. Μή γένοιτο. Διότι αὐτό εἶναι μεγίστη ἀτιμία. Ὄχι γι’ αὐτήν πού δέρνεται, ἀλλά γι’ αὐτόν πού δέρνει. Ἀλλά κι ἄν ἀπό κάποια περίσταση σοῦ τύχει γυναίκα τέτοιος σύζυγος, μή δυσφορήσεις. Ἀλλά νά σκέπτεσαι τόν μισθό, πού ἀναλογεῖ σ’ αὐτά καί τόν ἔπαινο στήν παρούσα ζωή».
 Βλέπετε πρακτικά πράγματα μέ ὡραῖα θεωρηγική βάση καί κάλυψη, στηριγμένα στόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Αὐτά συνεχῶς συμβαίνουν ὄχι μόνο στήν οἰκογένεια, ἀλλά γενικότερα στίς σχέσεις μας μέ τούς ἀνθρώπους. Κυρίως σήμερα, πού έχουμε νά κάνουμε κατά βάσιν μέ ἀπίστους καί μέ εἰδωλολάτρες. Ὁ τρόπος νά τούς βοηθήσουμε εἶναι νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Νά κάνουμε αὐτά πού μᾶς ἀναλογοῦν, χωρίς ὅμως νά περιμένουμε κάτι ἀπό τούς ἄλλους. Ἐμεῖς νά κάνουμε πρῶτοι τό καλό.
  ΑΠΟΡΙΕΣ-ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
 - Διάβασα στόν Εὐεργετινό ὅτι ἄν ἡ γυναίκα εἶναι δύστροπη, εὐθύνεται ὁ σύζυγος γι’ αὐτό.
 - Ἄν διαβάσετε στήν Παλαιά Διαθήκη τήν «Ἐσθήρ», θά δεῖτε ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή ἦταν Ἑβραία, ἀλλά ἦταν αἰχμάλωτη. Ὁ Μαρδοχαῖος, ὁ ὑποψήφιος σύζυγός της ἦταν εὐλαβής ἄνθρωπος, Ἑβραῖος. Ἐπειδή τήν ἤθελε γιά γυναίκα του, τήν ἐπροετοίμαζε, τήν καλλιεργοῦσε καί τήν ἐξεπαίδευε. Σήμερα ἔχουμε ξεφύγει ἀπό αὐτή τή διαδικασία. Ὁ μέλλων σύζυγος ἐτοίμαζε τήν κόρη αὐτή γιά νά τήν κάνει γυναίκα του. Πῶς τήν προετοίμαζε; Τήν βοηθοῦσε νά βελτιώσει τόν χαρακτήρα της. Τῆς ἔκανε προετοιμασία πνευματική. Σήμερα οὔτε πού τό διανοούμαστε αὐτό τό πράγμα. Οὔτε οἱ γονεῖς -ὡς ὄφειλαν- δέν τό κάνουν στά παιδιά. Καί ἀντιλαμβάνονται τό λάθος τους οἱ γονεῖς, ὅταν τό παιδί φτάσει στά 15-17 καί ἔχει πάρει τόν λάθος δρόμο, τούς βρίζει καί τούς χτυπάει. Αὐτό συμβαίνει γιατί τό παιδί θέλει ἀγωγή. Τό κάθε παιδί εἶναι ἄγριο. Γεννιόμαστε ἄγριοι διότι κληρονομοῦμε ὅλη τήν ἀγριότητα τοῦ Ἀδάμ καί τῶν ἀπογόνων του. Βαφτιζόμαστε μέν, ἀποκαθίσταται τό κατ’ εἰκόνα, ἀλλά ἀμέσως μετά, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν κάνουμε σωστή ἀγωγή, πάλι ἀγριεύουμε. Ξυπνᾶμε πάλι ὅλα τά πάθη, ὅλη τήν κακή κληρονομιά. Γι’ αὐτό χρειάζεται ἀγωγή τό παιδί, παιδαγωγία.
 Στίς μέρες μας, ὑπάρχει μιά ἄποψη, μιά στάση στά νηπιαγωγεῖα, πού λέει ὅτι πρέπει ν’ ἀφήνουμε τά παιδιά νά ἐκτονωθοῦν, νά βγάλουν τόν κακό ἑαυτό τους καί ὅλα τά ἄγρια ἔνστικτά τους. Τότε τά παιδιά ἀγριεύουν καί μόνο πού δέν σκοτώνονται μεταξύ στους στό σχολεῖο. Αὐτό θεωρεῖται ἀγωγή. Αὐτό εἶναι σκότωμα.
 Ἀγωγή εἶναι νά μάθεις στό παιδί νά χαλιναγωγεῖ τά ἔνστικτά του καί νά κάνει ὑπακοή στόν Θεό.
 Χρειάζεται σωστή προετοιμασία γιά τόν γάμο. Δέν μιλᾶμε ὅμως γιά τήν προετοιμασία πού κάνουν οἱ ἄνθρωποι σήμερα, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μέ τίς προῖκες καί ὄχι μέ τά πνευματικά. Ποιά μητέρα ἐνδιαφέρεται νά μορφώσει τό κορίτσι της πνευματικά, γιά νά τό προετοιμάσει γιά τόν γάμο; Νά τό μάθει νά ἔχει ἀνιδιοτελή ἀγάπη, ν’ ἀγαπάει τόν σύζυγό της, ὅποιος κι ἄν εἶναι αὐτός; Καμία γυναίκα δέν τό κάνει αὐτό, ἀφοῦ καί ἡ ἴδια τσακώνεται μέ τόν ἄνδρα της. Ἄν δέν δώσει τό καλό παράδειγμα, θά συμβουλεύσει τήν κόρη της νά κάνει ὑπακοή; Ὄχι. Σήμερα ἀκόμα χειρότερα, ὑπάρχουν μητέρες πού παροτρύνουν τίς κόρες τους νά χωρίσουν. Δέν εἶναι τυχαῖο πού αὐξάνουν μέ τέτοιους ρυθμούς τά διαζύγια. Μέ τήν παραμικρή δυσκολία χωρίζουν.
 Δέν ὑπάρχουν σωστές μητέρες, γι’ αὐτό δέν ἔχουμε καί σωστή ἤ μᾶλλον καμία προετοιμασία γιά γάμο, ὁπότε συνεπῶς δέν ὑπάρχει σωστή οἰκογένεια. Ὄντως ὁ ἄνδρας, ὡς κεφαλή, εἶναι ὑπεύθυνος καί γιά τή γυναίκα καί γιά τά παιδιά. Ὁ κύριος ὑπεύθυνος γιά τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν εἶναι ὁ ἄνδρας. Βέβαια καί οἱ γυναῖκες εἶναι συνυπεύθυνες, ὡς ὑπαρχηγοί τῆς οἰκογενείας. Μπορεῖ ὁ ἄνδρας νά μήν κάνει αὐτό πού πρέπει ὡς πρός τήν ἀγωγή. Αὐτό δέ σημαίνει ὅτι καί ἡ γυναίκα ἀπαλλάσσεται τῶν εὐθυνῶν. Ὀφείλει κι αὐτή νά κάνει τό μερτικό της, ὅσο μπορεῖ καλύτερα.
 Τό γεγονός ὅτι τά παιδιά δέν ἔρχονται στήν Ἐκκλησία, στό κατηχητικό καί στίς συνάξεις, ὀφείλεται στό ὅτι οἱ γονεῖς τούς τρέφουν τόν ἐγωισμό ἀπό τήν πολύ μικρή ἠλικία, ὅπως λέει καί ὁ ἅγιος Πορφύριος. Τούς κολλᾶνε τό δαιμόνιο τῆς ὑπερηφάνειας. Αὐτό σημαίνει ἐγωισμός. Ὅταν τό παιδάκι εἶναι ἀγκαλιασμένο μέ τόν δαίμονα τῆς ὑπερηφάνειας, θά τό ἀφήσει ὁ δαίμονας νά πάει στήν Ἐκκλησία ἤ στό κατηχητικό; Ἄν θά πάει, θά τό κάνει μέχρι τά 11-12 χρόνια του καί μετά θά ἀπομακρυνθεῖ. Ἄν ὅμως τό μαθαίνανε οἱ γονεῖς νά εἶναι ἀγκαλιασμένο μέ τό πνεῦμα τῆς ταπείνωσης καί τῆς ὑπακοῆς, δέν θά εἶχε κανένα πρόβλημα νά πάει στήν Ἐκκλησία καί στό κατηχητικό. Γι’ αὐτό ἔχουν φύγει σήμερα ὅλα τά παιδιά ἀπό τήν Ἐκκλησία. Γιατί δέν ἔχουν σωστή ἀγωγή. Τρέφουμε στά παιδιά τόν δαίμονα τῆς φιλαυτίας, τῆς ὑπερηφάνειας καί τοῦ ἐγωισμοῦ, τούς κάνουμε ὅλα τά χατίρια, τούς ἐπαινοῦμε, τούς λέμε συνέχεια ‘μπράβο’ ἀπό τήν πολύ μικρή ἠλικία. Ἔτσι τούς ρίχνουμε στήν κόλαση.
 - Λέει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής «ἐκεῖνος πού ἀδικεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀπαλλάσσεται ἀπό ἁμαρτίες καί βρίσκει βοήθεια ἀπό τόν Θεό, ἀνάλογη μέ τή θλίψη.
 - Ἰσχύει αὐτό, ἐάν ὑπομένει τίς ἀδικίες καί συγχωρεῖ καί εὐεργετεῖ τόν ἀδικούντα. Μόνο τότε βρίσκει βοήθεια ἀπό τόν Θεό.
- Στήν ὑποταγή τοῦ θελήματος τοῦ ἄλλου ὑπάρχει ἀληθινή ἐλευθερία, χαρά καί Χάρη τοῦ Χριστοῦ σ’ αὐτόν πού τηρεῖ τήν ὑπακοή, δηλαδή σ’ αὐτόν πού ὑπομένει. Πῶς τά διατηροῦμε ὅλα αὐτά ἀφοῦ ἔχουμε πολλά θελήματα κι ἀδυναμίες;
 - Εἶναι πολύ ἁπλό. Ἐμεῖς στή μοναχική ζωή, πού εἶναι ἡ αὐθεντική χριστιανική ζωή, κάνουμε ὑπακοή. Ἐσεῖς πού ἔχετε οἰκογένεια, στή θέση τοῦ Γέροντα καί τῆς Γερόντισσας, ἔχετε τόν σύζυγο καί σ’ αὐτόν ὀφείλετε νά κάνετε καθημερινά ὑπακοή, ἐκτός ἁμαρτίας φυσικά. Αὐτό εἶναι τό πιό εὔκολο. Ἔτσι κι αὐτός θά εἶναι ἤρεμος καί ἡ γυναίκα, πού ὑπακούει, θά εἶναι μιά χαρά, ἀφοῦ θά ἔχει τήν εὔνοιά του. Πρέπει νά κόβουμε τό θέλημά μας συνέχεια καί νά ρωτᾶμε χωρίς νά κάνουμε αὐθαίρετα πράγματα. Ἔτσι κάνουμε καί στό μοναστήρι. Γιά ὁ,τιδήποτε σκεφτόμαστε νά κάνουμε, παίρνουμε πρῶτα εὐλογία. Τό ἴδιο νά κάνετε καί στήν οἰκογένεια. Αὐτό σημαίνει κόβω τό θέλημά μου.
 Στήν καλογερική λέμε «εὐλόγησον, νά εἶναι εὐλογημένο, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Αὐτό εἶναι πολύ ὀδυνηρό καί αἱματηρό, διότι ἀγαπᾶμε τό θέλημά μας καί ἐπενδύουμε σ’ αὐτό. Γιά νά τό κατορθώσουμε, χρειάζεται ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἄν λέμε συνέχεια τήν εὐχή, θά διαπιστώσουμε πόσο εὔκολα κόβουμε τό θέλημά μας, γιατί ἐπαναλαμβάνοντας τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», βρίσκουμε τόση χαρά στήν προσευχή, στή Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού ἀκόμη κι ἄν ὁ σύζυγος μᾶς λέει πάντα ‘ὄχι’, δέν θά μᾶς πειράζει καθόλου. Τί καλύτερο ἀπό τό νά μᾶς λέει συνέχεια ὄχι, ἀφοῦ ἔτσι κόβουμε τό θέλημά μας.
 Γιατί λέμε συνέχεια ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με’; Τί σημαίνει νά μ’ ἐλεήσει ὁ Θεός; Σημαίνει νά μᾶς φανερώσει τό θέλημά Του στή ζωή μας, νά μᾶς δείξει τό συμφέρον σέ κάθε περίσταση. Πῶς θά τό μάθω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Θά ἐπιτρέψει νά πάρουμε ἕναν σύζυγο, σάν νά μᾶς λέει ὅτι «αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει τό δικό Μου στόμα». Ὁπότε θά ρωτᾶμε τόν σύζυγο. Ἄναμφίβολα, θά ἔχουμε ὡς κριτήριο τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί ὅταν εἶναι κάτι ἀντίθετο δέν θά τό κάνουμε. Τά ὑπόλοιπα ὅμως ἄς τά κάνουμε. Νά κάνουμε τό θέλημα τοῦ συζύγου. Ὁ Θεός, δηλαδή, ὅταν βρισκόμαστε μέσα στήν ὑπακοή καί στήν προσευχή, μᾶς δίνει ὅ,τι μᾶς χρειάζεται διά τοῦ συζύγου.
 - Ἡ μητέρα μου μοῦ ἔλεγε συνέχεια νά κάνω κάτι. Ὅταν ἀποφάσισα νά κάνω ὅ,τι ἔλεγε ἡ μητέρα μου καί ὑπάκουα, τῆς ἀπαντοῦσα «Μάλιστα μητέρα». Τότε ἔπαψε νά μοῦ λέει νά κάνω συνέχεια κάτι.
 - Ἔγινε αὐτό γιατί κόβατε τό θέλημά σας. Οἱ Πατέρες ἔλεγαν ὅτι τό θέλημα εἶναι τό χάλκινο τεῖχος, πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Ὅταν γκρεμίζεις τό θέλημά σου, γκρεμίζεις αὐτό τό τεῖχος καί κοινωνεῖς μέ τόν Θεό. Στή συνέχεια ἐνεργεῖ ἡ Χάρις. Παίρνεις Χάρη διότι ταπεινώνεσαι. Στούς ταπεινούς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη. Ποιός εἶναι ταπεινός; Αὐτός πού ἀρνεῖται τό θέλημά του. Μπορεῖ κάποιος νά εἶναι ἄριστος σέ ὅλα, νά νηστεύει, νά κάνει προσευχή, μετάνοιες. Ἄν ὅμως δέν κόβει τό θέλημά του, πᾶνε ὅλα χαμένα.
 Ἡ ὑπακοή εἶναι τό ἀναίμακτο μαρτύριο. Εἶναι ἡ συνέχεια τῶν μαρτύρων.
 - Ὅλα εἶναι ἀπό τόν Θεό;
 - Ναί, μέ τήν προϋπόθεση νά προσευχόμαστε, νά λέμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὅταν ἀφήνεσαι τελείως μέ τήν προσευχή καί κάνεις τό θέλημα Τοῦ Θεοῦ, ὁπωσδήποτε ὁ Θεός θά σέ βοηθήσει μέσω ἀνθρώπων.
 Στό Ἅγιον Ὄρος ἦταν ἕνας ἡγούμενος, πού εἶχε προβλήματα. Στό μοναστήρι ὑπάρχουν πολλά προβλήματα. Ἐκεῖνος ἔκανε προσευχή, ὥστε ρωτώντας τόν πρῶτο πού θά ἔβλεπε μπροστά του, νά φανερωθεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μόλις βγῆκε ἔξω, τόν πλησίασε κάποιος μόνος του καί τοῦ εἶπε τί νά κάνει. Ἦταν ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ.
 Εἶναι ἀδύνατον ὁ ἄνθρωπος νά ζητήσει εἰλικρινά νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ κι ὁ Θεός νά μήν τόν πληροφορήσει.
 Ὅταν ταπεινωνόμαστε, κόβουμε το θέλημά μας καί ρωτᾶμε, τότε λειτουργεῖ ὁ Θεός. Ὅταν μένουμε στή δική μας σκέψη καί λογική, λειτουργεῖ ὁ διάβολος. Τότε κάνουμε φοβερά λάθη καί μπαίνουμε σέ φοβερές περιπέτειες.
 - Πρέπει οἱ γονεῖς νά ἔχουν διαφορετικές ἀπόψεις ὅσον ἀφορᾶ τό παιδί; Γιατί τότε τό παιδί δέν θά μπερδευτεῖ;
 - Ὁ Ἅγιος Παΐσιος λέει ὅτι σ’ ἕνα θέμα, καλό θά ἦταν νά ὑπάρχουν καί τά δύο, μιά γραμμή πιό αὐστηρή ἀπό τόν ἕναν καί μιά πιό ἐπιεικής ἀπό τόν ἄλλον. Αὐτό λέει βοηθάει τά παιδιά νά ἰσορροποῦνε. Φυσικά δέν ἐννοεῖ νά ὑπάρχουν δύο ἐντελῶς διαφορετικές ἀπόψεις. Ἄν εἶναι καί οἱ δύο ἀκραῖοι καί αὐστηροί, τότε τό παιδί πνίγεται. Ἄν, πάλι, ὁ ἕνας ἀνεβάζει κι ὁ ἄλλος κατεβάζει, δέν βοηθιέται τό παιδί, διχάζεται. Ὅπως, θά λέγαμε, ὑπάρχουν γιατροί πιό ‘ἐπιθετικοί’, πού σοῦ δίνουν τήν πιό βαριά ἀντιβίωση καί σκοτώνουν κατευθείαν τό μικρόβιο. Ὑπάρχουν καί οἱ ἄλλοι, πού πᾶνε πιό ἤπια. Τελικά ὅμως καί οἱ δύο σέ θεραπεύουνε.
Εἶναι μιά οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ὥστε τό παιδί νά παίρνει κι αὐτό μιά ἀνάσα. Τό παιδί ἔχει κι αὐτό τά θελήματά του, τίς ἀδυναμίες του καί πρέπει νά τό σφίγγουμε, ἀλλά θέλει ἕνα μέτρο, νά μήν τό πνίξουμε. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἔλεγε πάλι, ὅτι καί τό δεντράκι τό δένουμε στόν πάσσαλο, ἀλλά ὄχι σφιχτά. Τοῦ ἀφήνουμε καί λίγο ἀέρα. Ἄν τό δέσεις πάνω στό σύρμα σφιχτά, τότε μπορεῖ καί νά τό ξεράνεις. 

 Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
http://hristospanagia3.blogspot.gr/ 

http://www.hristospanagia.gr/?p=50873#more-50873 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...