«θλίψεις καί ἀνάγκαι εὕροσάν με·
αἱ ἐντολαί σου μελέτη μου.
δικαιοσύνη τά μαρτύριά σου εἰς τόν αἰῶνα·
συνέτισόν με, καί ζήσομαι».
Ψαλμ. 118 : 143 -144
Σέ μιάν ἀπόμερη καί ἄσημη μονή, πού βρισκόταν ἀνάμεσα σέ δάση καί βάλτους, ζοῦσε κάποιος μοναχός1.
Μελετοῦσε τά Πατερικά συγγράμματα καί συνάμα, μέ φόβο καί ταπείνωση,
ἀσκοῦσε τήν προσευχή ἔχοντας τόν νοῦ βυθισμένο στά βάθη τοῦ μυστικοῦ
θαλάμου τῆς καρδιᾶς.Κάποτε προσευχόταν μέσα στήν ἐκκλησία. Ξαφνικά ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του κινήθηκαν προσευχητικά, παρασύροντας καί ὅλο τό σῶμα του σέ μιάν ἁγιασμένη πνευματική κατάσταση πού ξεπερνοῦσε κάθε ἔκσταση, μιά κατάσταση πού δέν ἐκφράζεται μέ λόγια ἀλλά μόνο βιώνεται.Μέσα σ᾿ αὐτή τήν πρωτόγνωρη ψυχοσωματική κατάσταση, ὁ νοῦς τοῦ μοναχοῦ φωτίστηκε μέ μιά μυστική γνώση καί κατανόησε τά παρακάτω λόγια τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, πού ὥς τότε τοῦ φαίνονταν αἰνιγματικά καί παράδοξα: «Προσευχήθηκα μ᾿ ὅλη μου τήν καρδιά”2 δηλαδή καί μέ τό σῶμα3 μου καί μέ τήν ψυχή μου καί μέ τό πνεῦμα μου»4.































