ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΚΟΛΛΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΗ ΓΗ, Ο ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΩΝ ΔΕΝ ΘΡΟΕΙΤΑΙ. ΚΑΙ ΑΝ ΑΔΙΚΗΘΕΙ ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΑ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΤΙ ΑΔΙΚΗΘΗΚΕ ΑΛΛΑ ΒΑΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ(ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ- ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ)

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Ἡ ἱερά παρακαταθήκη τῆς Ἐκκλησίας

Εφόδιον Ορθοδοξίας
Βασική Δογματική Διδασκαλία 
Τού Πρωτοπρ. Αντωνίου Γ. Αλεβιζόπουλου Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας 
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13ο. Ἡ ἱερά παρακαταθήκη τῆς Ἐκκλησίας

  1. Οι γνήσιοι φορείς της παρακαταθήκης
Ο Απόστολος Παύλος υπενθυμίζει εις τον Τιμόθεον, ότι πρέπει να φυλάξη καλώς την «παρακαταθήκην», εκείνο το οποίον είναι εις αυτόν εμπιστευμένον και να αποφεύγη τα «βέβηλα και κούφια λόγια και τας αντιλογίας» των αιρετικών (Α’ Τιμ. 6,20).
«Φύλαξε», λέγει, «δια του Πνεύματος του Αγίου, το οποίον κατοικεί μέσα μας, το καλόν το οποίον σου έχει εμπιστευθή (καλή παρακαταθήκη)» από τον Θεόν (Β΄ Τιμόθεον 1,14). Θεωρεί ο Απόστολος το έργον αυτό τόσον βασικόν, ώστε να προσθετή ότι χωρίς την «παρακαταθήκην» αυτήν κινδυνεύει κανείς να «αστοχήση ως προς την πίστιν» (Α’ Τιμ. 6,21). Εις τα χωρία αυτά βλέπομεν ότι η σωτήριος αλήθεια του Χριστού δεν είναι ξηρόν γράμμα, το οποίον θα ήτο δυνατόν να διαφυλαχθή με την καταγραφήν του εις ένα βιβλίον. Ο θησαυρός αυτός εδόθη από τον Κύριον εις τους Αποστόλους, ώστε εκείνοι οι οποίοι θα είναι ηνωμένοι με αυτούς να έχουν την εγγύησιν ότι κατέχουν την αλήθειαν.Οι Απόστολοι ανέθεσαν το έργον αυτό εις τους επισκόπους. Είναι δε φανερόν, ότι οι Επίσκοποι εκπληρώνουν την Αποστολήν αυτήν μόνον εφ’ όσον μένουν ηνωμένοι με το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησίαν, όπου ενεργεί το Πνεύμα το άγιον (Ιωάννης 14,26. 15,26. 16,13). Όταν, δηλαδή, δεν εκφράζουν την ιδικήν των γνώμην, αλλά την γνώμην του Πνεύματος του Αγίου το οποίον ευρίσκεται εντός της Εκκλησίας (Πράξεις 15,28. Ιωάννης 16,13. Παράβαλλε Και Ψαλμοί 81,1-8).

Δι’ αυτό και ο άγιος Ιγνάτιος, ο οποίος βλέπει εις το πρόσωπον του Επισκόπου την εγγύησιν δια την ενότητα της Εκκλησίας και δια την νίκην κατά των προσβολών του Σατανά και της πλάνης των αιρετικών, λέγει χαρακτηριστικώς εις την επιστολήν του προς τους Εβραίους:
«Διότι ο Ιησούς Χριστός, η αληθινή μας ζωή, είναι η γνώμη του Πατρός, όπως επίσης και οι Επίσκοποι οι οποίοι έχουν κατασταθή εις τα πέρατα της γης είναι με την γνώμην του Ιησού Χριστού (εν Ιησού Χριστού γνώμη).
Λοιπόν, πρέπει και σεις να παρακολουθήτε την γνώμην του Επισκόπου, πράγμα το οποίον και κάμνετε, διότι το άξιον του ονόματος του Πρεσβυτέριόν σας, το οποίον είναι και του Θεού άξιον, είναι συνηρμοσμένον με τον επίσκοπον όπως αι χορδαί εις την κιθάραν».
Από όλα αυτά αποδεικνύεται, ότι η σωτήριος αλήθεια του Χριστού μόνον μέσα εις την οργανικήν σχέσιν με την Εκκλησίαν είναι δυνατόν να εξασφαλισθή. Όταν δε ομιλώμεν δια οργανικήν σχέσιν με την Εκκλησίαν, εννοούμεν την Εκκλησίαν ολόκληρον, ή, όπως αναφέρουν τα λειτουργικά μας κείμενα, την κοινωνίαν «μετά πάντων των Αγίων».
Η «παρακαταθήκη», λοιπόν, δια την οποίαν ομιλεί ο Απόστολος, δεν είναι ένα βιβλίον, αλλά το αποτέλεσμα της διαρκούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, η οποία οδηγεί εις ολόκληρον την αλήθειαν (Ιωάννης 16,13). Είναι η ζωή μέσα εις την Εκκλησίαν, η οποία αποτελεί «τον στύλον και το εδραίωμα της αληθείας» (Α’ Τιμ. 3,15). Αυτή η «παρακαταθήκη» έχει παραδοθή εις τους «άγιους» και ημπορεί να την παραλαβή μόνον οποίος ευρίσκεται εις κοινωνίαν με τους «άγιους» (Ιούδα 3).
Αντιθέτως, αυτοί οι οποίοι ευρίσκονται έξω από αυτήν την κοινωνίαν, είναι άνθρωποι ασεβείς και αιρετικοί και δεν κατέχουν την αλήθειαν. Αυτό μαρτυρεί και η επιστολή του Ιούδα, όταν αναφέρει ότι ο συγγραφεύς ησθάνθη την ανάγκην να γράψη την επιστολήν «δια να σας προτρέψω να αγωνίζεσθε δια την πίστιν, η οποία άπαξ δια παντός παρεδόθη εις τους Αγίους. Διότι εισέδυσαν κρυφίως μεταξύ σας μερικοί άνθρωποι… » (Ιούδα 3-4).
Έξω από το Πνεύμα του Θεού το οποίον δρα μέσα εις την Εκκλησίαν, μακράν της ζωής των Αγίων, δεν ημπορεί να ξεδιψάση ο άνθρωπος, διότι δεν υπάρχει το «ύδωρ και το Πνεύμα» (Ιωάννης 3,5), το οποίον γίνεται «εσωτερική πηγή ύδατος, η οποία αναβρύει εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάννης 4,14). Και αυτή ακόμη η Αγία Γραφή, έξω από την Εκκλησίαν, είναι αδύνατον να κατανοηθή ορθώς. Δι’ αυτόν τον λόγον δεν οδηγεί εις την σωτηρίαν αλλά εις την απώλειαν (Β΄ Πέτρου 3,16).
 
2. Η σχέσις του Κυρίου με την Αγίαν Γραφήν
Καθώς είναι γνωστόν, ο Χριστός δεν ήλθε δια να γράψη την Αγίαν Γραφήν, ούτε και έγραψε κανένα βιβλίον. Ο Χριστός εσαρκώθη, εδίδαξε, εσταυρώθη, απέθανε, ανέστη, ωλοκλήρωσε το έργον της σωτηρίας του ανθρώπου με την Εκκλησίαν Του, η οποία αποτελεί το ίδιον το θεανθρώπινον σώμα Του, ανελήφθη εις τους ουρανούς, έπεμψε το Πνεύμα το άγιον την ημέραν της Πεντηκοστής. Εις τους μαθητάς Του έδωσε την εντολήν να πορευθούν εις όλα τα έθνη, να προσελκύσουν τους ανθρώπους εις την πίστιν και να τους καταστήσουν με το βάπτισμα μέλη της Εκκλησίας. Ταυτοχρόνως, όμως, τους διεβεβαίωσε ότι θα είναι μαζί των «όλας τας ημέρας, μέχρι της συντέλειας του κόσμου» (Ματθαίος 28,20)· ότι μαζί των θα είναι δια πάντα και ο Παράκλητος (Ιωάννης 14,16), δια να οδηγή εις αυτόν τον ίδιον τον Χριστόν (Ιωάννης 14,26. 15,26), εις ολόκληρον δηλαδή την αλήθειαν (Ιωάννης 16,13).
Όλα, όμως, αυτά δεν σημαίνουν ότι ο Χριστός κατήργησε τους νόμους και τους προφήτας της Παλαιάς Διαθήκης. Αντιθέτως, πολλάς φοράς αναφέρεται εις αυτούς δια να υπογράμμιση ότι ο λόγος των εκπληρώνεται εις το ιδικόν Του πρόσωπον (Λουκάς 4,21. Ιωάννης 5,38-39).
Με άλλα λόγια, η πραγματική σημασία της Αγίας Γραφής δεν ευρίσκεται εις το γράμμα, αλλά εις το Πνεύμα, το οποίον ζωοποιέ! το γράμμα (Β΄ Κορινθίους 3,6) και οδηγεί εις την αποκάλυψιν του Υιού και εις την προσωπικήν ένωσιν με Αυτόν μέσα εις την Εκκλησίαν.
Κέντρον, λοιπόν, ολοκλήρου της Αγίας Γραφής είναι το πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
Η Παλαιά Διαθήκη περιλαμβάνει τα ιερά βιβλία προ της ενανθρωπήσεως αυτού, εις τα οποία εξιστορείται η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, η πτώσις του ανθρώπου, η εκλογή του Ισραήλ ως εκλεκτού λαού του Θεού, η σωτηρία εκ της δουλείας των Αιγυπτίων, η ιδιαιτέρα Διαθήκη του Θεού εις το όρος Σινά, η κατάκτησις της γης της Επαγγελίας, η εγκατάστασις των Βασιλέων, η Αποστολή Προφητών, η αιχμαλωσία από τους Βαβυλώνιους, η επιστροφή από την αιχμαλωσίαν μέχρι της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των απογόνων του.
Πέραν από όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα, ολόκληρος η Παλαιά Διαθήκη έχει ως κέντρον την υπόσχεσιν του Θεού, δια τον ερχομόν του Μεσσίου, καθώς και την κλήσιν του νέου λαού του Θεού, όστις είναι η Εκκλησία.
Εις την Παλαιάν Διαθήκην ομιλεί ο Τριαδικός Θεός, η καλύτερον, ο Πατήρ δια του Υιού εν Αγίω Πνεύματι και προαναγγέλλει δια στόματος των Προφητών το γεγονός της σωτηρίας του ανθρώπου εις το πρόσωπον του Χριστού.
«Δια την σωτηρίαν αυτήν», λέγει χαρακτηριστικώς ο Απόστολος Πέτρος, «ανεζήτησαν επιμελώς και ηρεύνησαν οι Προφήται, οι οποίοι επροφήτευσαν δια την χάριν, η οποία θα σας εδίδετο, ηρεύνων να μάθουν ποιος ήτο ο χρόνος η ποίαι αι περιστάσεις τας οποίας εφανέρωνε το Πνεύμα του Χριστού, το οποίον ήτο μέσα των (το εν αυτοίς Πνεύμα Χριστού), όταν προέλεγον τα πάθη του Χριστού και τας δόξας αι οποίαι θα επηκολούθουν. Εις αυτούς απεκαλύφθη ότι δεν υπηρετούσαν τον εαυτόν των αλλά σας, προλέγοντες όσα σας ανηγγέλθησαν τώρα από εκείνους που σας εκήρυξαν το χαρμόσυνον άγγελμα εν Πνεύματι Αγίω, το οποίον εστάλη από τον ουρανόν. Πράγματα εις τα οποία επιθυμούν άγγελοι να εμβαθύνουν» (Α’ Πέτρ. 1,10-12. Παράβαλλε Και Β΄ Πέτρου 1,21).
Όμως, η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί την «σκιάν» της Καινής (Εβραίους 10,1). Το βαθύτερον νόημα της ευρίσκεται εντός «καλύμματος», το οποίον μόνον «εν Χριστώ καταργείται» (Β΄ Κορινθίους 3,14). Τούτο βεβαιώνει και ο ίδιος ο Κύριος, ο οποίος είπεν εις τους Ιουδαίους, ότι ο Πατήρ εμαρτύρησεν εις την Παλαιάν Διαθήκην περί του Χριστού, δια στόματος των Προφητών, αλλά «ο λόγος του δεν μένει μέσα σας, διότι δεν πιστεύετε εις Αυτόν τον οποίον έστειλεν Εκείνος. Σεις ερευνάτε τας γραφάς, διότι νομίζετε ότι δι’ αυτών θα έχετε ζωήν αιώνιον. Εκείναι μαρτυρούν δι’ εμέ και, όμως, δεν θέλετε να έλθετε προς εμέ, δια να έχετε ζωήν» (Ιωάννης 5,38-39).
Ο νέος λαός, δια τον οποίον ομιλεί η Αγία Γραφή, δεν βασίζεται πλέον εις ωρισμένον έθνος και δεν γνωρίζει ουδεμίαν διαφοράν μεταξύ εθνών και ανθρώπων (Ρωμαίους 10,12-13. Α’ Κορινθίους 12,13. Γαλ. 3,28).
Συνεπώς, εφ’ όσον κέντρον της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας και ο νέος λαός του Θεού, δια να εννοήσωμεν ορθώς το βαθύτερον νόημα της Παλαιάς Διαθήκης, πρέπει να την ίδωμεν εις την σχέσιν της με τον κεντρικόν αυτόν σκοπόν, με τον Χριστόν και με την Εκκλησίαν. Διαφορετικώς, δεν θα δυνηθώμεν να συλλάβωμεν το κύριον νόημα της Παλαιάς Διαθήκης.
Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει, σχετικώς με το θέμα αυτό, ότι ο νόμος, δηλαδή η Παλαιά Διαθήκη, εδόθη δια να είναι «παιδαγωγός εις Χριστόν, ίνα εκ πίστεως δικαιωθώμεν» (Γαλ. 3,24). «Όλοι σεις είσθε ένας άνθρωπος εν Χριστώ Ιησού. Εάν δε είσθε του Χριστού, άρα είσθε απόγονοι του Αβραάμ, και κληρονόμοι βάσει υποσχέσεων» (Γαλ. 3,28-29).
Εις την Καινήν Διαθήκην ο Θεός δεν ομιλεί πλέον δια μέσου των Προφητών, αλλά «εν Υιώ», δια του προσώπου του Υιού (Εβραίους 1,2).
Συνεπώς, δεν ημπορούμεν να αποχωρίσωμεν την Αγίαν Γραφήν από το Πρόσωπον του Χριστού. Διαφορετικώς, κινδυνεύομεν να μεταβάλωμεν την Αγίαν Γραφήν εις νομικόν κώδικα, ο οποίος γνωρίζει μόνον ψυχράς παραγράφους, τας οποίας, ο καθένας ερμηνεύει κατά τον ιδικόν του τρόπον. Κινδυνεύομεν, δηλαδή, να μη προχωρήσωμεν εις το Πνεύμα, το οποίον δίδει ζωήν, αλλά να μείνωμεν εις το γράμμα και να καταδικασθώμεν εις θάνατον (Β΄ Κορινθίους 3,6).
 
3. Η θέσις των Αποστόλων
Οι μαθηταί του Χριστού έλαβον από τον Κύριον συγκεκριμένην Αποστολήν, την οποίαν εξεπλήρωσαν εις την ζωήν τους: εκήρυξαν, κατήχησαν, εβάπτισαν όσους επίστευσαν και ωργάνωσαν την πνευματικήν ζωήν των Εκκλησιών, τας οποίας ίδρυσαν.
Κατά την διάρκειαν της δραστηριότητος των και δια να ανταποκριθούν εις ωρισμένας ανάγκας των Χριστιανικών κοινοτήτων, επειδή δεν ήτο δυνατόν να ευρίσκονται πάντοτε πλησίον των, έγραψαν επιστολάς και άλλα βιβλία, τα οποία έστελλον εις μερικάς Εκκλησίας, εις τους προϊσταμένους των Εκκλησιών αυτών η εις άλλας εκκλησιαστικός προσωπικότητας. Τα βιβλία αυτά συνεκεντρώθησαν αργότερον και ούτω εσχηματίσθη η Καινή Διαθήκη.
Τα ανωτέρω, αποδεικνύουν ότι τα βιβλία της Καινής Διαθήκης εγράφησαν από συγκεκριμένας αφορμάς και με μοναδικόν σκοπόν να αντιμετωπίσουν ωρισμένας ανάγκας μιας η περισσοτέρων τοπικών Εκκλησιών (π. Χ. Της Εκκλησίας της Κορίνθου, της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης κ. Οι. Κ. ) και όχι δια να αποτελέσουν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης.
Όμως, οι ιεροί συγγραφείς μετέδωσαν με τα βιβλία αυτά εις τας Χριστιανικάς κοινότητας τον λόγον του Θεού, τον οποίον έγραψαν με την καθοδήγησιν του Αγίου Πνεύματος. Η διαβεβαίωσις του Αποστόλου Παύλου, ότι «πάσα γραφή θεόπνευστος» (Β΄ Τιμόθεον 3,16) δεν ισχύει μόνον δια τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά δι’ ολόκληρον την Αγίαν Γραφήν.
4. Ο μοναδικός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής
Κατόπιν των ανωτέρω, τίθεται το ερώτημα: Ποίος είναι ο αυθεντικός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής;
Είναι βασικόν δια κάθε Χριστιανόν να γνωρίζη, ότι η Αγία Γραφή δεν απευθύνεται εις άτομα, τα οποία είναι διεσκορπισμένα, αλλά εις τους Χριστιανούς οι οποίοι είναι συγκροτημένοι εις ένα σώμα, εις το Σώμα του Χριστού. Συνεπώς, η ερμηνεία των διαφόρων βιβλίων της Αγίας Γραφής είναι έργον ειδικών ανθρώπων, οι οποίοι έχουν ταχθή, από το Πνεύμα του Θεού, να ποιμαίνουν την Εκκλησίαν (Πράξεις
20,28). Επομένως, δεν ημπορεί ο καθένας να ερμηνεύση αυθαιρέτως την Αγίαν Γραφήν μοναδικός ερμηνευτής της μένει το Πνεύμα το άγιον το οποίον οδηγεί την Εκκλησίαν (Ιωάννης 16,13. 14,26) και την καθιστά «στύλον και εδραίωμα της αληθείας» (Α’ Τιμ. 3,15).
Με τον τρόπον αυτόν, μέσα, δηλαδή, εις την Εκκλησίαν, παραμένει η Αγία Γραφή ο αιώνιος λόγος του Θεού, όστις αναγεννά και σώζει. Δεν είναι λόγος ανθρώπινος αλλά ο λόγος του Θεού· τον ωμίλησε το Πνεύμα το άγιον εις τας καρδίας των ιερών συγγραφέων. Δια να κατανοήσωμεν ορθώς τον θείον λόγον, το μεγάλο αυτό δώρον του Θεού, πρέπει να έχωμεν «νουν Χριστού» (Α’ Κορινθίους 2,16) και «το Πνεύμα το εκ του Θεού» (Α’ Κορινθίους 2,12). Πρέπει να κατοική μέσα μας το Πνεύμα του Θεού (Α’ Κορινθίους 6,19). Τούτο, όμως, μόνον μέσα εις την Εκκλησίαν είναι δυνατόν (Α’ Ιωάννης 2,18-28).
Ο Απόστολος Παύλος γράφει προς τους Εφεσίους ότι προσεύχεται γονατιστός εις τον Θεόν «να σάς δώση κατά τον πλούτον της δόξης Του, να ενισχυθήτε με δύναμιν δια του Πνεύματος Του εις τον εσωτερικόν σας άνθρωπον, να κατοίκηση ο Χριστός δια της πίστεως εις τας καρδίας σας, να είσθε ριζωμένοι και θεμελιωμένοι εις την αγάπην, δια να ημπορέσετε να καταλάβετε μαζί με όλους τους Αγίους ποιον είναι το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος και να γνωρίσετε την αγάπην του Χριστού, η οποία υπερβαίνει την γνώσιν δια να καταστήτε πλήρεις με όλην την πληρότητα του Θεού. Εις εκείνον δε ο οποίος ημπορεί να κάμη πολύ περισσότερα από όσα ζητούμεν η σκεπτόμεθα, συμφώνως προς την δύναμιν, η οποία ενεργείται μέσα μας, εις αυτόν ας είναι η δόξα εν τη Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού εις πάσας τας γενεάς του αιώνος των αιώνων, αμήν» (Εφεσίους 3,14-21).
Μακράν της Εκκλησίας, μακράν του σώματος του Χριστού, αι αλήθειαι της Αγίας Γραφής μένουν ακατανόητοι και παρερμηνεύονται. «Το τι είναι ο Θεός κανείς δεν το γνωρίζει παρά μόνον το Πνεύμα του Θεού. Εμείς δεν ελάβαμε το πνεύμα του κόσμου αλλά το πνεύμα το οποίον προέρχεται από τον Θεόν δια να γνωρίσωμεν εκείνα τα οποία μας εχαρίσθησαν από τον Θεόν», λέγει ο Απόστολος (Α’ Κορινθίους 2,11-12). Μοναδικός, λοιπόν, ερμηνευτής της Αγίας Γραφής είναι το άγιον Πνεύμα. Όλα, όσα είπε και όσα έπραξεν ο Χριστός, τα διδάσκει και τα ερμηνεύει ορθώς το Πνεύμα το άγιον (Ιωάννης 14,26).
Όταν η Αγία Γραφή αποχωρισθή από το Πνεύμα του Θεού, μένει δια τους ανθρώπους ξηρόν γράμμα. Και επειδή ο καθένας ερμηνεύει την κάθε λέξιν διαφορετικώς, συνάγει τα ιδικά του συμπεράσματα, τα οποία δεν συμφωνούν με τα συμπεράσματα του άλλου, ούτε με το πραγματικόν νόημα της Αγίας Γραφής, το οποίον μόνον μέσα εις την Εκκλησίαν υπάρχει. Το σφάλμα των αιρετικών δεν είναι ότι μελετούν την Αγίαν Γραφήν, αλλά ότι την χωρίζουν από την ζωήν της Εκκλησίας και κατ’ αυτόν τον τρόπον δεν ημπορούν να την ερμηνεύσουν ορθώς.
Εις τας επιστολάς του Παύλου, λέγει ο Απόστολος Πέτρος, όπως, άλλωστε, και εις τα λοιπά βιβλία της Αγίας Γραφής, «υπάρχουν μερικά δυσνόητα, τα οποία οι αμαθείς και μη στερεωμένοι διαστρεβλώνουν, όπως και τας λοιπάς γραφάς, προς καταστροφήν των. Σεις λοιπόν, αγαπητοί, επειδή γνωρίζετε αυτά εκ των προτέρων, προφυλαχθήτε, δια να μη παρασυρθήτε από την πλάνην άνομων ανθρώπων και πέσετε από την ιδικήν σας στερεάν βάσιν» (Β΄ Πέτρου 3,16-17).
Όταν χωρίσωμεν την Αγίαν Γραφήν από την Εκκλησίαν, μένει ο γραπτός λόγος του Θεού χωρίς στερεάν βάσιν δι’ εμάς τους ανθρώπους. Διότι, ποίος θα μας βεβαίωση τότε δια την θεοπνευστίαν των βιβλίων εκείνων της Καινής Διαθήκης, τα οποία δεν συνέγραψαν οι μαθηταί του Κυρίου; Είναι π. Χ. Το ευαγγέλιον του Λουκά και αι Πράξεις των Αποστόλων, τα οποία η Εκκλησία κατεχώρισε μεταξύ των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, παρ’ όλον ότι ο Λουκάς δεν ήτο μαθητής του Κυρίου.
Εμείς, όμως, γνωρίζομεν, ότι τα βιβλία αυτά δεν μένουν χωρίς σταθερόν θεμέλιον: Η Εκκλησία ήτο εκείνη η οποία καθώρισε τα βιβλία της Αγίας Γραφής. Και το έκαμε με βάσιν την παρουσίαν του Πνεύματος του Θεού, το οποίον καθοδηγεί την Εκκλησίαν εις την αλήθειαν (Ιωάννης 16,13. Α’ Τιμ. 3,15).
Όλα αυτά μας αποδεικνύουν και κάτι άλλο: Ότι χωρίς την Εκκλησίαν δεν θα είχομεν σήμερον την Καινήν Διαθήκην, δηλαδή την Αγίαν Γραφήν.
Η Εκκλησία, λοιπόν, είναι κάτι πολύ ευρύτερον από την Αγίαν Γραφήν και δεν ημπορούμεν να την περιορίσωμεν εις γραπτά κείμενα. Τούτο, διότι η Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Χριστός και η ζωή της Εκκλησίας είναι η ιδία η ζωή του Χριστού, ολόκληρος η ζωή του Χριστού, όχι ένα μέρος (Παράβαλλε Ιωάννης 21,25). Αυτή, λοιπόν, η ζωή του Χριστού και ολόκληρον το έργον Του παραδίδεται ως γραπτή (Αγία Γραφή) και ως άγραφος παράδοσις μέσα εις την Εκκλησίαν.
Όποιος αρνείται την Εκκλησίαν, δεν ημπορεί να είπη: «Έχω τον λόγον του Θεού».
 
5. Η ιερά Παράδοσις της Εκκλησίας
Ο πιστός Χριστιανός, ο οποίος ζη την ζωήν της Εκκλησίας, συμμετέχει εις την ζώσαν και διαρκή εμπειρίαν της Εκκλησίας. Πρόκειται δια την Ιεράν μνήμην της Εκκλησίας, εις την οποίαν διεφυλάχθη η αλήθεια, το μήνυμα της σωτηρίας του ανθρώπου. Εδώ, δεν πρόκειται δια την μνήμην ή την εμπειρίαν ενός ανθρώπου, αλλά δια την ζώσαν πίστιν και δια την συνείδησιν ολοκλήρου της Εκκλησίας, η οποία μένει σταθερά και αμετάβλητος δια μέσου των αιώνων (Α’ Τιμ. 3,15. Ματθαίος 16,18). Δεν πρόκειται δια προσωπικήν γνώμην, αλλά δια καθολικήν μαρτυρίαν. Αυτήν την μαρτυρίαν ονομάζει η Εκκλησία μας Ιεράν Παράδοσιν.
Ο Απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος προς τους Κορινθίους, λέγει χαρακτηριστικώς:
«Είσθε, εμφανώς, επιστολή του Χριστού, η οποία είναι καρπός της ιδικής μας διακονίας, και είναι γραμμένη όχι με μελάνι, αλλά με Πνεύμα του Θεού του ζώντος, όχι εις πλάκας λιθίνας, αλλά εις πλάκας καρδιών σάρκινων… Η ικανότης μας προέρχεται από τον Θεόν, ο οποίος μας έκαμεν ικανούς να γίνωμεν Διάκονοι Καινής Διαθήκης, όχι γράμματος αλλά του Πνεύματος, διότι το γράμμα καταδικάζει εις θάνατον, ενώ το Πνεύμα ζωοποιεί» (Β΄ Κορινθίους 3,3-6).
Εδώ, λοιπόν, δεν πρόκειται δια «διδασκαλίας και εντολάς ανθρωπίνας» (Ματθαίος 15,9. Ησαΐας 29,13), τας οποίας καταδικάζει ο Κύριος διότι ακυρώνουν την εντολήν του Θεού (Μάρκος 7,8), αλλά δια την «επιστολήν του Χριστού», η οποία είναι γραμμένη «με το Πνεύμα του Θεού του ζώντος», εις τας καρδίας των πιστών (Β΄ Κορινθίους 3,3).
Πρόκειται, δηλαδή, δια την «Ιεράν μνήμην» της Εκκλησίας. Δια την αγνότητα και καθαρότητα της «μνήμης» αυτής εγγυάται το Πνεύμα του Θεού (Ιωάννης 16,13).
Τα ανωτέρω φανερώνουν ότι η Αγία Γραφή δεν περιέχει ολόκληρον το έργον του Κυρίου (Ιωάννης 21,25) και ολόκληρον το κήρυγμα των Αποστόλων.
Ο Απόστολος Ιωάννης γράφει χαρακτηριστικώς:
«Αν και πολλά έχω να σάς γράψω, δεν ήθελον να το κάμω με χαρτί και μελάνι, αλλ’ ελπίζω να σάς επισκεφθώ και να σάς ομιλήσω στόμα προς στόμα, δια να είναι η χαρά μας πλήρης» (Β΄ Ιωάννου 12. Επίσης Γ’ Ιωάννης 13-14. Α’ Κορινθίους 11,34).
Ο Απόστολος Παύλος γράφει εις τον Τιμόθεον:
«Έχε ως υπόδειγμα υγιών διδασκαλιών εκείνα τα οποία ήκουσες από εμέ δια την πίστιν και την αγάπην την οποίαν έχομεν εν Χριστώ Ιησού» (Β΄ Τιμόθεον 1,13).
«Εσύ, λοιπόν, παιδί μου, να ενδυναμώνεσαι με την χάριν την οποίαν έχομεν εν Χριστώ Ιησού, και εκείνα τα οποία ήκουσες από εμέ ενώπιον πολλών μαρτύρων, αυτά να εμπιστευθής εις πιστούς ανθρώπους, οι οποίοι θα είναι ικανοί να διδάξουν και άλλους» (Β΄ Τιμόθεον 2,1-2).
Την ιδίαν προτροπήν απευθύνει και εις τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης (Β΄ Θεσσαλονικείς 2,15) και επαινεί τους Κορινθίους, διότι κρατούν τας παραδόσεις, όπως τας παρέλαβον από αυτόν (Α’ Κορινθίους 11,2).
Το κήρυγμα, λοιπόν, της Εκκλησίας εγένετο πάντοτε βάσει της «Ιεράς μνήμης» της Εκκλησίας (Παράβαλλε Και Λουκάς 1, 2-4), βάσει, δηλαδή, ολοκλήρου της εν Χριστώ αληθείας.
Τα ανωτέρω βοηθούν να κατανοήσωμεν, ότι κριτήριον της ιεράς αυτής παραδόσεως είναι η ιδία η Εκκλησία. Τι είναι, δηλαδή, εμπειρία της Εκκλησίας, ιερά παράδοσις, και τι γνώμη ανθρώπων, τι είναι σωτήριος αλήθεια, η οποία μένει αιωνίως αμετάβλητος και δεσμευτική δι’ όλους και τι είναι καιρικόν και μεταβαλλόμενον, τούτο μόνον με βάσιν την καθολικήν εμπειρίαν της Εκκλησίας είναι δυνατόν να καθορισθή.
Προς τούτο, δεν είναι αρκετή η Αγία Γραφή, η οποία περιλαμβάνει και πολλά καιρικά στοιχεία [π. Χ. Ο αριθμός 7 των διακόνων (Πράξεις 6,3), το τάγμα των χηρών (Α' Τιμ. 5,9), το κάλυμμα της κεφαλής των γυναικών (Α' Κορινθίους 11,5), ο ιερός νιπτήρ, παρά την εντολήν του Κυρίου (Ιωάννης 13,14)], τα οποία δεν διεφύλαξεν εις την πράξιν η Εκκλησία. Εις την συνεχή ζωήν της Εκκλησίας δεν διακρίνομεν μόνον τι είναι η ιερά παράδοσις, εις την οποίαν πρέπει να μένωμεν σταθεροί (Β΄ Θεσσαλονικείς 2,15) και τι είναι «εντάλματα ανθρώπων» (Ματθαίος 15,9. Ησαΐας 29,13), τα οποία πρέπει να αποφεύγωμεν, αλλά και ποιον είναι το αιώνιον και ποίον το καιρικόν.
Δια του τρόπου αυτού μένει πάντοτε η Εκκλησία σταθερά εις τα αρχικά της θεμέλια, διαφυλάσσει την ιδίαν της ταυτότητα και διασώζει την ενότητα της πίστεως της δια μέσου των αιώνων, κατά την θέλησιν του Κυρίου (Ιωάννης 17,20-21).
Αυτό το τελευταίον είναι ανάγκη να το προσέξωμεν ιδιαιτέρως, διότι μας βοηθεί να κατανοήσωμεν διατί αι αιρέσεις, αι οποίαι δεν διεφύλαξαν την Ιεράν παράδοσιν της Εκκλησίας, διεσπάσθησαν και δεν διετήρησαν την ενότητα μεταξύ των, ενώ οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, παρ’ όλον ότι έζησαν εξωτερικώς χωρισμένοι, λόγω πολιτικών καταστάσεων, έμειναν ηνωμένοι εις την πίστιν και εις την ζωήν.
Τα δόγματα, τα οποία διετύπωσεν η Εκκλησία εις τας οικουμενικός συνόδους, δεν ήσαν ατομική γνώμη των πατέρων των λαβόντων μέρος εις αυτάς, αλλά η εμπειρία των Αγίων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ήσαν χριστοφόροι και πνευματοφόροι (Α’ Κορινθίους 2,16). Εις αυτήν την εμπειρίαν ήσαν μέτοχοι και οι πατέρες των Συνόδων, εφ’ όσον και εκείνοι μετείχον εις το κοινόν σώμα της Εκκλησίας.
Όταν, λοιπόν, κάμνομεν λόγον δια την Ιεράν παράδοσιν της Ορθοδοξίας, δεν εννοούμεν κάτι το οποίον ανήκει εις το παρελθόν και, συνεπώς, έχει την θέσιν του εις το μουσείον, αλλά εννοούμεν τον ζωντανόν λόγον του Θεού, ο οποίος μένει πάντοτε μέσα εις την Εκκλησίαν και απευθύνεται εις τον άνθρωπον κάθε εποχής, με σκοπόν να τον ζωογόνηση.
Με άλλα λόγια, ιερά παράδοσις είναι αυτή η ιδία και ζωοποιός παρουσία και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα εις την Εκκλησίαν, ένεκα της οποίας η Εκκλησία ερμηνεύει με αυθεντίαν την θείαν αποκάλυψιν και οδηγείται εις την κατοχήν ολοκλήρου της αληθείας (Ιωάννης 16,13. Α’ Τιμ. 3,15).
Δια τον λόγον αυτόν, οποίος αρνείται την παράδοσιν της Εκκλησίας, εκείνος αρνείται την θείαν φύσιν της, αρνείται, δηλαδή, την ιδίαν την Εκκλησίαν. Εκείνος αρνείται, ακόμη, καθώς είδομεν, και αυτήν την Αγίαν Γραφήν, επειδή η Αγία Γραφή είναι η γραπτή παρακαταθήκη της Εκκλησίας και μόνον μέσα εις την Εκκλησίαν ευρίσκει το ασφαλές της στήριγμα και την αυθεντικήν ερμηνείαν της (Παράβαλλε και Β΄ Πέτρου 3,16-17).
 http://www.oodegr.com/oode/biblia/alavizop_dogma_1/13.htm

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...