ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΚΟΛΛΗΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΗ ΓΗ, Ο ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΩΝ ΔΕΝ ΘΡΟΕΙΤΑΙ. ΚΑΙ ΑΝ ΑΔΙΚΗΘΕΙ ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΑ ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΟΤΙ ΑΔΙΚΗΘΗΚΕ ΑΛΛΑ ΒΑΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ(ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ- ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ)

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Ἡ σύναξις τῶν διεσκορπισμένων

Εφόδιον Ορθοδοξίας
Βασική Δογματική Διδασκαλία 
Τού Πρωτοπρ. Αντωνίου Γ. Αλεβιζόπουλου Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17ο. Ἡ σύναξις τῶν διεσκορπισμένων
 1. Η σωτήριος ενότης των πιστών
Ολίγον προ της σταυρικής θυσίας του Χριστού, εις την αγωνιώδη εκείνην προσευχήν Του δι’ όλους όσοι θα πιστεύσουν εις το όνομα Του, εζήτησεν ο Κύριος από τον Πατέρα να τους φυλάξη εις θείαν ενότητα:
«ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν. Εγώ τους έδωκα την δόξαν την οποίαν μου έδωκες, δια να είναι ένα όπως και ημείς είμεθα ένα. Εγώ είμαι εν αυτοίς και συ εν εμοί, δια να τελειοποιηθούν έως ότου γίνουν ένα… » (Ιωάννης 17,21-23).
Με τα λόγια αυτά δεν εκάλεσεν ο Χριστός τους πιστούς εις ενότητα εξωτερικήν, αλλά εσωτερικήν, απόλυτον, ομοίαν με την ενότητα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, από την οποίαν ο άνθρωπος είχεν εκπέσει δια της πτώσεως. Μίαν ενότητα, η οποία, ως βάσιν της και ως στόχον της, έχει τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και σημαίνει την λύτρωσιν του ανθρώπου και την τελειοποίησίν του:«Εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσιν τετελειωμένοι εις εν» (Ιωάννης 17,23).
Η ενότης, λοιπόν, δια την οποίαν ομιλεί ο Χριστός δεν είναι η οδός δια την σωτηρίαν, αλλά είναι η ίδια η σωτηρία.


2. Η θεία ευχαριστία, πραγμάτωσις της ενότητος εν Χριστώ
Με ποιον τρόπον ημπορούμε να φθάσωμεν εις την ενότητα αυτήν; Χωρίς αμφιβολίαν η ολοκλήρωσις αυτής της ενότητος συνδέεται με τον θρίαμβον της Εκκλησίας εις τους εσχάτους καιρούς κατά την άφιξιν του Κυρίου και την τελικήν κρίσιν.
Όμως, και εις αυτήν την ζωήν υπάρχει δια τους πιστούς ανθρώπους μία πρόγευσις της τελείας ενότητος. Είναι το γεγονός της θείας ευχαριστίας. Ο Απόστολος Παύλος λέγει χαρακτηριστικώς, ότι «επειδή ένας είναι ο άρτος, και ημείς οι πολλοί είμεθα ένα σώμα, διότι όλοι από τον ένα άρτον μετέχομεν» (Α’ Κορινθίους 10,17). Ο ίδιος ο Κύριος, αναφερόμενος εις την θείαν ευχαριστίαν, ταυτίζει την συμμετοχήν του ανθρώπου εις αυτήν με το ίδιον το γεγονός της σωτηρίας και της ζωής, ενώ την αποχήν του από αυτήν την ταυτίζει με τον πνευματικόν θάνατον.
«Αλήθεια, αλήθεια σάς λέγω, εάν δεν φάγετε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πίετε το αίμα Του, δεν θα έχετε ζωήν μέσα σας. Εκείνος όστις τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωήν αιώνιον και εγώ θα τον αναστήσω την εσχάτην ημέραν» (Ιωάννης 6,53-54).
Οι άνθρωποι έχασαν μετά την πτώσιν την ενότητα μεταξύ των, η οποία εστηρίζετο εις την αγάπην του Θεού, απεξενώθησαν εσωτερικώς και διεσκορπίσθησαν. Ο Χριστός προσέλαβε, με την ενσάρκωσίν Του, ολόκληρον την ανθρωπότητα, η οποία ενεκρώθη με τον θάνατον του Χριστού και ανεστήθη μαζί Του εις νέαν ζωήν, ηνωμένη και πάλιν μέσα εις την αγάπην του Θεού. Ούτω, ο Χριστός επανέφερε τον άνθρωπον εις την πρώτην του ενότητα με τον Θεόν.
Όταν οι πιστοί συνέρχωνται να τελέσουν την θείαν Λειτουργίαν, όταν μετέχουν εις την θείαν ευχαριστίαν, τότε ενοούνται και πάλιν εις ένα σώμα, εις το αναστημένον και θεωμένον σώμα του Χριστού. Τότε «συνέρχονται εν Εκκλησία» (Α’ Κορινθίους 11,18), απαρτίζουν και φανερώνουν και πάλιν το Σώμα του Κυρίου, δηλαδή την Εκκλησίαν. Τότε εκπληρούται η βασική και ουσιώδης Αποστολή της ενσαρκώσεως και της θυσίας του Χριστού, δια της οποίας ηθέλησεν ο Κύριος να «συναγάγη εις ένα τα διεσκορπισμένα παιδιά του Θεού» (Ιωάννης 11,52).
Το γεγονός αυτό της συναγωγής εις ένα των διεσκορπισμένων τέκνων του Θεού εκφράζουν άριστα τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας μας.
Μία ωραία ευχή της θείας Λειτουργίας των πρώτων Χριστιανών το λέγει αυτό με τα εξής λόγια:
«Ώσπερ ην τούτο το κλάσμα διεσκορπισμένον επάνω των ορέων και συναχθέν εγένετο εν, ούτω συναχθήτω σου η Εκκλησία από των περάτων της γης εις την σην βασιλείαν». Όπως, δηλαδή, αυτό το τεμάχιον του άρτου, το οποίον χρησιμοποιούμεν εις την θείαν ευχαριστίαν, ήτο σιτάρι σκορπισμένον επάνω εις τα όρη και συνεκεντρώθη και έγινε ένα, τοιουτοτρόπως να συναχθή κατά την τέλεσιν της θείας ευχαριστίας και ολόκληρος η Εκκλησία Σου από τα πέρατα της γης εις την Βασιλείαν Σου».
Και εις την θείαν Λειτουργίαν του Μ. Βασιλείου εύχεται ο ιερεύς:
«Όλους ημάς, όσοι κοινωνούμεν από τον ένα άρτον και το ένα ποτήριον, να ένωσης προς αλλήλους εις την κοινωνίαν του ενός Πνεύματος… Δια να εύρωμεν έλεον και χάριν με όλους τους Αγίους οι οποίοι απ’ αρχής σε ευαρέστησαν».
Τοιουτοτρόπως, η θεία Κοινωνία συγκεντρώνει τα διεσκορπισμένα μέλη του Χριστού, τα οποία, μαζί με Εκείνον, όστις είναι η κεφαλή, απαρτίζουν το Σώμα Του και αποτελούν οργανικήν ενότητα. Αυτός είναι ο λόγος δια τον οποίον ημπορούμε αδιστάκτως να ταυτίζωμεν την Εκκλησίαν με το γεγονός της συνάξεως των πιστών, με την τέλεσιν της θείας ευχαριστίας και με το γεγονός της βρώσεως του Σώματος του Κυρίου και της πόσεως του Τιμίου Αίματος Του.
Κανένας δεν ημπορεί να είναι Χριστιανός έξω από την θείαν ευχαριστίαν μόνος του δηλαδή, δι’ απ’ ευθείας ενώσεως με τον Θεόν. Ο Χριστός είπεν ότι εκείνος ο οποίος δεν τρώγει το σώμα Του και δεν πίνει το αίμα Του, δεν έχει ζωήν μέσα του (Ιωάννης 6,53).
Έκτος της θείας Λειτουργίας είναι δυνατόν να έχη ο άνθρωπος την Αγίαν Γραφήν, το κήρυγμα, την προσευχήν και ζωήν ηθικήν.
Όμως, εκτός της θείας Λειτουργίας δεν ημπορεί να έχη το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, τα οποία του χαρίζουν την σωτηρίαν και την πραγματικήν ζωήν. Τούτο είναι απαραίτητον να το γνωρίζωμεν, διότι μερικοί έχουν την εσφαλμένην αντίληψιν, ότι ημπορούν να είναι, δήθεν, Χριστιανοί χωρίς να συμμετέχουν εις την ευχαριστιακήν σύναξιν των πιστών, δηλαδή εις την θείαν Λειτουργίαν.
Έκτος τούτου, πρέπει να υπογραμμίσωμεν ότι εις την θείαν Λειτουργίαν δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν μεταξύ των πιστών απλοί θεαταί, άνθρωποι, δηλαδή, οι οποίοι δεν προσέρχονται εις το ιερόν μυστήριον.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ημπορεί ο καθένας να προσέρχεται απροετοίμαστος (Α’ Κορινθίους 11,27-29). Ο άγιος Αμβρόσιος λέγει, εις το θέμα αυτό, πολύ χαρακτηριστικά: «Λαμβάνετε κάθε ημέραν, ό,τι είναι χρήσιμον δια την ημέραν αυτήν. Να ζής με τέτοιον τρόπον, ώστε να είσαι άξιος δια τούτο».
  3. Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός…
Λειτουργία σημαίνει, εις την γλώσσα μας, έργον του λαού. Και από όσα αναφέραμεν φαίνεται τώρα σαφώς, ποιον είναι το θείον αυτό έργον το οποίον επιτελείται εις τας ευχαριστιακάς συνάξεις των πιστών.
Εις την θείαν Λειτουργίαν, οι πιστοί αποτελούν την Εκκλησίαν και φανερώνουν εις τον κόσμον το Σώμα του Χριστού. Διακηρύσσουν ότι με τον θάνατον και την ανάστασιν του Χριστού συνεκεντρώθησαν και πάλιν οι διεσκορπισμένοι «εις εν» και ότι μετέχουν τώρα εις την σύναξιν αυτήν των τέκνων του Θεού (Ιωάννης 11,52. Α’ Κορινθίους 10,16. 11,26).
«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», αναφέρει ο ιερεύς εις την αρχήν της θείας Λειτουργίας. Ούτω, η βασιλεία δεν είναι πλέον γεγονός το οποίον ανήκει ολοκληρωτικώς εις το μέλλον και δια το οποίον ο άνθρωπος δεν ημπορεί να έχη καμμίαν πρόγευσιν. Η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος έχει ήδη αρχίσει από την ζωήν αυτήν και είναι η θεία Λειτουργία και η συμμετοχή μας εις αυτήν (Ματθαίος 12,28. Λουκάς 17,21. Μάρκος 9,1. Λουκάς 9,27).
Είναι το γεγονός της κοινωνίας του ανθρώπου εις την ζωήν του Τριαδικού Θεού, η οποία πραγματοποιείται με την βρώσιν του Σώματος του Κυρίου και με την πόσιν του Αίματος αυτού και το γεγονός της ενότητος όλων των τέκνων της Βασιλείας μέσα εις το ένα Σώμα του Κυρίου.
4. Τα εξωτερικά γνωρίσματα της Ορθοδόξου συνάξεως
Εάν η θεία Λειτουργία έχη πρωταρχικήν σημασίαν δια την σωτηρίαν μας, είναι ανάγκη να υπογραμμίσωμεν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αληθινής θείας Λειτουργίας, ώστε να την ξεχωρίζωμεν από τας συνάξεις των αιρετικών, αι οποίαι δεν συντελούν εις την ενότητα αλλά εις την διαίρεσιν του Σώματος του Κυρίου και απειλούν το γεγονός της σωτηρίας μας (Παράβαλλε Α’ Κορινθίους 1,13. 11,18-34).
Τούτο είναι απαραίτητον να το γνωρίζωμεν όταν μεταβαίνωμεν εις ξένας χώρας και δεν γνωρίζομεν λεπτομέρειας από την ζωήν της Χριστιανικής κοινότητος της ευρισκομένης εις εκείνην την περιοχήν.
Καθώς αναφέραμεν, ο Επίσκοπος μιας περιοχής αποτελεί την εικόνα του Χριστού και δίδει την εγγύησιν της ενότητος των πιστών εις το ένα Σώμα της Εκκλησίας.
Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, την θείαν ευχαριστίαν ετέλει μόνον ο Επίσκοπος η ένας Πρεσβύτερος, ο οποίος ανήκε εις το «πρεσβυτέριον» του Επισκόπου και είχε λάβει την εξουσιοδότησιν από τον επίσκοπον να τελέση το έργον αυτό. Με τον τρόπον αυτόν απετέλει ο Επίσκοπος την εγγύησιν της παρουσίας του Χριστού, η οποία είναι απαραίτητος εις την τέλεσιν της θείας ευχαριστίας, διότι, εις την πραγματικότητα, ο Χριστός είναι «ο προσφέρων και προσφερόμενος» (Παράβαλλε Εβραίους 7,23-28).
Όπου είναι ο Χριστός, εκεί είναι και η Εκκλησία, λέγει ο άγιος Ιγνάτιος και παρατηρεί ότι η Εκκλησία είναι εκεί όπου είναι και ο Επίσκοπος. Εκεί δεν είναι, λέγει, ένα τμήμα της Εκκλησίας, αλλά η Καθολική Εκκλησία, ολόκληρος, δηλαδή, η Ορθόδοξος Εκκλησία. Η παρουσία, λοιπόν, του Επισκόπου αποτελεί εγγύησιν της γνησιότητος της Ορθοδόξου Λειτουργίας.
Ο Επίσκοπος δεν είναι πρόσωπον αυτόκλητον. Ανάγει την Ιερωσύνην του δια της Αποστολικής διαδοχής εις τους Αποστόλους και εις τον ίδιον τον Χριστόν. Ο κανονικός, δηλαδή, και γνήσιος Επίσκοπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πρέπει να ευρίσκεται μέσα εις την διαδοχήν αυτήν. Άλλως, δεν έχει την Ιερωσύνην την οποία εθέσπισεν ο Χριστός.
Την Ιερωσύνην αυτήν την μεταδίδει ο Επίσκοπος εις όλους τους λοιπούς κληρικούς. Εις τους πρεσβυτέρους και τους Διακόνους, τους οποίους ο ίδιος χειροτονεί. Με την πράξιν αυτήν φανερώνεται η εξάρτησις των Πρεσβυτέρων και των διακόνων εκ του Επισκόπου ως κέντρου της ενότητος των πιστών, με βάσιν την τέλεσιν της θείας ευχαριστίας.
Γνωρίζομεν, βεβαίως, ότι εις τας διαφόρους ενορίας, την θείαν Λειτουργίαν δεν την τέλει σήμερον ο Επίσκοπος, αλλά την τελούν οι Ιερείς οι οποίοι βοηθούνται εις το έργον αυτό και από τους Διακόνους. Όμως, οι Ιερείς αυτοί ανήκουν εις το «πρεσβυτέριον» ενός Επισκόπου. Επίσης μνημονεύουν, απαραιτήτως, εις κάθε θείαν Λειτουργίαν την οποίαν τελούν, το όνομα του Επισκόπου. Μάλιστα, όχι του Επισκόπου ο οποίος τους έχει χειροτονήσει, αλλά του Επισκόπου της περιοχής εις την οποίαν τελείται η θεία ευχαριστία.
Δεν υπάρχει εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ιερεύς χωρίς να υπάγεται εις κανονικόν Ορθόδοξον επίσκοπον, χωρίς να ανήκη εις το «πρεσβυτέριον» ενός Επισκόπου. Ούτε τελείται ποτέ Ορθόδοξος θεία Λειτουργία, χωρίς να μνημονεύεται το όνομα του Επισκόπου.
Είναι, λοιπόν, βασικόν να προσέξωμεν ποίος Επίσκοπος μνημονεύεται εις μίαν θείαν Λειτουργίαν και αν είναι ο κανονικός Επίσκοπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις την περιοχήν αυτήν.
Όπως κάθε Πρεσβύτερος πρέπει να ανήκη εις το «πρεσβυτέριον» του Επισκόπου της περιοχής, τοιουτοτρόπως και ο κανονικός Επίσκοπος ανήκει εις την τάξιν των Επισκόπων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Πώς, όμως, θα διαπιστώσωμεν αν ένας Επίσκοπος είναι κανονικός, ότι ανήκει, δηλαδή, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν;
Δια να είναι ένας Επίσκοπος Ορθόδοξος, πρέπει να ευρίσκεται εις κοινωνίαν με τους άλλους επισκόπους εις την ιδίαν χώραν, οι οποίοι, μαζί με το Ορθόδοξον πλήρωμα, αποτελούν την Ορθόδοξον Εκκλησίαν της χώρας εκείνης (π.χ. Την Εκκλησίαν της Ελλάδος, την Εκκλησίαν της Κύπρου, κ.ο.κ.).
Πρέπει να γνωρίζωμεν ότι και η κάθε αυτόνομος Εκκλησία, δια να είναι Εκκλησία Ορθόδοξος, πρέπει να ευρίσκεται εις κοινωνίαν με τας άλλας Ορθοδόξους Εκκλησίας εις ολόκληρον τον κόσμον. Όλαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι μαζί αποτελούν το ένα σώμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Και όλοι οι Επίσκοποι «οι κατά τα πέρατα ορισθέντες, εν Ιησού γνώμη εισίν» (Ιγνάτιος).
Με τον τρόπον αυτόν, ενώ έχομεν εις ένα μέρος πολλάς ενορίας, ενώ τελούμεν την θείαν Λειτουργίαν εις πολλά σημεία, η επισκοπή είναι μία.
Ενώ αι επισκοπαί είναι εις μίαν χώραν πολλαί, συναποτελούν μόνον μίαν αυτόνομον Εκκλησίαν. Ενώ, τέλος, αι αυτόνομοι Εκκλησίαι είναι περισσότεραι από μία, όλαι είναι ηνωμέναι εις την πίστιν και εις την θείαν ευχαριστίαν και αποτελούν την Μίαν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, το ένα Σώμα του Κυρίου, και φανερώνουν τον «νουν Χριστού» (Α’ Κορινθίους 2,16. Πράξεις 15,28).
Η Εκκλησία αυτή είναι διεσκορπισμένη εις ολόκληρον τον κόσμον και συνάγεται κατά τρόπον μυστικόν εις την τέλεσιν της θείας Λειτουργίας, όπως συνάγονται οι κόκκοι του σίτου και αποτελούν τον ένα άρτον της θείας ευχαριστίας, ο οποίος μεταβάλλεται εις Σώμα Χριστού.
Τι, λοιπόν, πρέπει να προσέξωμεν δια να βεβαιωθώμεν ότι μία σύναξις, μία θεία Λειτουργία, ανήκει εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και μας εγγυάται την σωτηρίαν;
Πρέπει, καθώς είπομεν, να εξακριβώσωμεν εις ποιον επίσκοπον ανήκει ο ιερεύς ο οποίος τελεί την θείαν Λειτουργίαν. Κατόπιν, είναι απαραίτητον να ίδωμεν εις ποίαν Εκκλησίαν ανήκει ο Επίσκοπος εκείνος. Εάν η Εκκλησία αυτή είναι ηνωμένη με την ιδικήν μας Ορθόδοξον Εκκλησίαν, εις την οποίαν έχομεν ενσωματωθή με το άγιον βάπτισμα, δυνάμεθα να είμεθα βέβαιοι ότι η θεία αυτή Λειτουργία αποτελεί σύναξιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας και εγγυάται δια την σωτηρίαν μας.
Πόσον βασικόν είναι το θέμα αυτό μας φανερώνει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Απευθυνόμενος εις τους ταξιδιώτας και μετανάστας, λέγει, ότι πρέπει να προσέχουν να μη εισέρχονται εις μίαν σύναξιν, ούτε να λαμβάνουν μέρος εις λειτουργίαν, εάν δεν εξακριβώσουν προηγουμένως ότι η συγκέντρωσις αυτή δεν είναι παρασυναγωγή των αιρετικών και των ανθρώπων οι οποίοι έχουν αποσχισθή από τον κανονικόν επίσκοπον. «Και αν κάποτε επιδημήσης», λέγει, «μην αναζήτησης μόνο που ευρίσκεται ο Ναός, διότι και αι αιρέσεις των άσεβων τολμούν να ονομάζουν τα (ληστρικά των) σπήλαια, Ναούς. Μην αναζήτησης μόνο που είναι η Εκκλησία, αλλά που είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία» (Κατήχ. Ιστ’,26).
Πόσον πλανώνται, λοιπόν, οι άνθρωποι εκείνοι, οι οποίοι εγκαταλείπουν την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, την Ορθόδοξον, δηλαδή, λατρείαν, και καταφεύγουν εις άλλας συγκεντρώσεις ! Κινδυνεύουν να χάσουν εκείνο, δια το οποίον εθυσιάσθη ο Χριστός: την σωτηρίαν της ψυχής των. Διότι η σωτηρία μόνον δια της ενότητος με την Εκκλησίαν είναι δυνατή, δηλαδή με την ευχαριστιακήν σύναξιν της Εκκλησίας. Κριτήριον δε της συνάξεως αυτής είναι η ενότης με τον κανονικόν Ορθόδοξον επίσκοπον της περιοχής.
Όλα αυτά αποδεικνύουν πόσον μακράν πρέπει να φεύγωμεν από τας συγκεντρώσεις, αι οποίαι δεν ανήκουν εις την Εκκλησίαν μας και δεν γίνονται με γνώσιν και έγκρισιν του Επισκόπου εις τον οποίον ανήκομεν και ο οποίος αποτελεί δι’ ημάς εγγύησιν της ενότητος με τον Χριστόν και εγγύησιν της παρουσίας Του.
 http://www.oodegr.com/oode/biblia/alavizop_dogma_1/17.htm
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...